Αναζήτηση
Η πόλη βυθίζεται απ’ το δικό της βάρος
(κάποιοι το λένε δύναμη)
και τα μοναχικά σκυλιά
-εκείνα που ποτέ δεν λύσσαξαν-
γυρίζουν πίσω στα βουνά.
Οι πλατείες θαμμένες στην άμμο
-την κατακίτρινη και χημική άμμο-
ξεχωρίζουν από μια σάπια προτομή
και τυχαίοι μεθυσμένοι
σκάβουν εδώ και χρόνια.
Τα βιβλία ορμητικά κατρακυλάνε
(το ένα πάνω στο άλλο)
έτοιμα πια να μας πλακώσουν
και τα λεωφορεία
(αυτά τα λεωφορεία που υπνωτίζουν)
βρωμάνε νευρικότητα
-τη δική μου υπόκωφη νευρικότητα-.
Οι κοπέλες στέκονται γυάλινες
με χάρτινα και απελπισμένα ματιά
ενώ εκείνη
με το βλέμμα του ονείρου
-του νεκρού και θαμπού ονείρου-
φεύγει πάλι αμέσως.
Οι ποιητές γυρεύουν τ’ αδέρφια τους
-τα ξεχασμένα αδέρφια τους-
και ‘γω
εδώ και καιρό
δεν αναζητώ τίποτα
εκτός από κάποιο χάδι στη σύγχυση μου
Περσείδες
Μεταξύ πτώσης και θριάμβου
η συμμετρία χάνεται πίσω από μια πολυκατοικία:
σφηνώνει στη γη ή διαλύεται στο νερό.
Μεταξύ πτώσης και θριάμβου
η ποίηση φλεγόμενη και σιωπηλή
εξαπατά τους πάντες: τοποθετείται ανάμεσα στ’αστέρια.
Και όπως το κοινό που ουρλιάζει ΠΗΔΑ, σ’έναν επίδοξο αυτόχειρα
ή έμενα που τρώω τα δάχτυλά μου, στη μέση μιας πλατείας
έτσι και κείνη
εκτοπίζει σταθερές στην αφάνεια:
για να’χει να λέει.
Φωνές πριν το τέλος
Πως κοιτάω τον κόσμο:
Σίγουρα στις μύτες των ποδιών μου,
σίγουρα παραπατώντας.
Μ’έναν ήλιο νεκρό
ή μ’έναν ήλιο παγωμένο
(που ακτινοβολεί λευκό φως ιατρείου)
ένας κολυμβητής
στέκεται στη γκρίζα άμμο.
Κάνει δυο βήματα προς το νερό
βρέχεται ως τη μέση, κοκαλώνει
(όλοι αναρωτιούνται αν κρυώνει πολύ για βουτήξει
ή μήπως απλά ρίχνει ενα κατουρήμα).
Ο κολυμβητής αυτός
που ίσως είμαι ‘γω
ο κολυμβητής που ισορροπεί
και ίσως είμαι ‘γω
ο κολυμβητής-ακροβάτης
ο κολυμβητής που δεν αντέχει άλλο
περιμενεί την πτώση ή το κύμα.
*********
Αναπάντεχα: το νόμισμα αναποδογύρισε
και για μια στιγμή
όλοι κρατήσαμε τις ανάσες μας.
Έπειτα μην αντέχοντας άλλο την ασφυξία
(με κατακόκκινα ή κίτρινα πρόσωπα)
ξεσπάσαμε σε γέλια ή κλάματα
ή σε ό,τι ήθελε ο καθένας.
*********
Δεν είμαι συνηθισμένος να γράφω ποίηση χαρουμένος:
ετοιμαζόμουν να κοιτάξω το χαρτί ή τις πέτρες
ή τον αδιάφορο εαυτό μου (με περισυλλογή ή θλίψη)
όταν σε είδα από μακριά να έρχεσαι
ακτινοβολώντας διαλυμένους στίχους.
*********
Υπάρχει μια σκηνή, κάπως θολή και αμφίβολη, σφηνωμένη σ’ ένα άγνωστο σημείο του μυαλού μου: Eίμαι ‘γω (μια εικόνα του εαυτού μου δηλαδή), ο Σιλουανός και είμαι κατακόκκινος ή τελείως χλωμός. Τρέμω ολόκληρος – τα χεριά μου τρέμουν, τα μάγουλα μου τρέμουν- είμαι έτοιμος να κλάψω ή κλαίω, κοιτάω προς τα κάτω γιατί από πάνω έχει έναν καυτό ήλιο που ακτινοβολεί λευκό φως ιατρείου. Είμαι ‘γω ο Σιλουανός και καταρρέω, είμαι αδύναμος, με κομμένα ποδιά ή ποδιά καρφωμένα στη γη, ένα φάντασμα της στιγμής, το όνειρο ενός ξύπνιου. Η σκηνή αυτή που έγινε ή που θα γίνει, η πάντα εναλλακτική σκηνή, η σκηνή-τσεκουρι πάνω απ’ το κεφάλι μου, το νόμισμα που γυρνάει, ο Σιλουανός που πηδάει στο κενό (για να τσακίσει τα κόκαλα του), ο Σιλουανός που προδίδεται και προδίδει.
*********
Το φεγγάρι πάνω απ΄το λόφο θυμίζει αίμα
οι γρύλοι και τα πλάσματα (δηλαδή ο ήχος των φύλλων)
μετρούν το χρόνο.
Η αμφιβολία καλύπτει κάθε κίνηση μου:
η απόφαση μου περιλαμβάνει κοκκινισμένα πρόσωπα
και χλωμά πρόσωπα και εμετούς.
Το φεγγάρι μυρίζει αίμα.
Το φεγγάρι κατακτά τον λόφο (σιωπηλά και ακαριαία)
το φεγγάρι θυμίζει αίμα.
Καταδικασμένος για κάθε σωστό
όχι άτυχος αλλά σίγουρα όχι τυχερός
δεν είμαι
δεν μπορώ
και δεν πρέπει.
Το φεγγάρι είναι λευκό
ο λόφος θυμίζει αίμα:
Τώρα κάθε λέξη γυρίζει πίσω
και κάθε ποίημα συρρικνώνεται.
Τώρα η αράχνη στο κοίταγμα κοκαλώνει:
μια ευκαιρία, ένα τσίμπημα, λίγη τύχη.
Η πρώτη νύχτα του Φθινοπώρου
Στην πρώτη βροχή η προοπτική πεθαίνει:
προσχεδιασμένα όνειρα ανατινάζονται
ψυχιατρικές κλινικές υποδέχονται νεκρούς
και ένας πατέρας κλαίει μπροστά στον γιο του
(μετανιωμένος για τις συμβουλές αυτοκτόνιας).
Στην πρώτη βροχή η προοπτική πεθαίνει
(ήταν ήδη νεκρή και σάπια)
η θάλασσα αδειάζει και γεμίζει αλκοόλ και καπνό
και τρέλα
και φωνές μιας μητέρας στο καταμεσήμερο,
την ώρα που επίδοξοι χειμερινοί κολυμβητές
περιμένουν ανυπόμονοι για μια βουτιά ακόμη.
Στην πρώτη βροχή η προοπτική πεθαίνει
και μαζί της η ευκαιρία
για άλλο ένα φανταστικό τέλος
για άλλη μια καινούργια αρχή
για κείνο το δάχτυλο που δείχνει και ξαναδείχνει (τρέμοντας).
Στη λιμνούλα κάποιου δρόμου
επιπλέει το κεφάλι μου ξέμπαρκο
με μάτια ορθάνοιχτα και μάτια αγχωμένα
και με πληγές στο στόμα:
σκέφτεται εσένα που αργείς αλλά πάντα έρχεσαι
σκέφτεται εσένα που ξέρεις που πρέπει να κοιτάξεις
εσένα μ’ένα τσιγάρο στο χέρι
και ένα θλιμμένο βλέμμα.
Δεν θα υπάρξει εκείνη η μερα
Δεν θα υπάρξει εκείνη η μέρα. Ας μας λυπηθεί η θάλασσα, ας μας συγχωρέσει ο αέρας. Δεν θα υπάρξει εκείνη η μέρα: o κόσμος πνίγεται στο ποτάμι του χρόνου, ο κόσμος κρέμεται απʼ τα δάχτυλα του θανάτου. Στάσου μαζί μου εκεί, στάσου εκεί δίπλα μου. Λίγο μετά την βροχή ή λίγο μετά την δύση ας ακούσουμε την σιωπή να μας τυλίγει. Δεν θα υπάρξει εκείνη η μέρα. Oι δρόμοι, οι δρόμοι αδειάζουν από φωνές όταν δυο περαστικοί παίρνουν την θέση δυο άλλων και τα ποτήρια στεγνώνουν -τα ποτήρια στεγνώνουν και διαλύονται. Δεν θα υπάρξει λοιπόν εκείνη η μέρα, ακόμα και αν ξεπλυθούμε στην χημική βροχή, ακόμα και αν η καρδιά μας και τα μάτια μας, χαθούν σε ξένα όνειρα. Δεν θα υπάρξει εκείνη η μέρα, γιατί η πόλη είναι κρύα απόψε -γιατί η πόλη καίγεται απόψε και λειώνει- και γιατί εγώ στέκομαι πάντα απέναντι σου.
Και συ, εσύ με το βλέμμα που δεν αλλάζει ποτέ, με το βλέμμα της φωτιάς ή της ειρωνείας, κοιτάς σαν ένα γαμημένο φάντασμα
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Ο Σιλουανός Χριστοφοριδής, είναι 21 ετών και σπουδάζει Ναυπηγική στο ΤΕΙ ΑΘΗΝΑΣ. Γεννήθηκε στην Αθήνα και κατοικεί στα πέριξ.











Σιλουανε….καλο δρομο να εχεις….καποιος πρεπει να σου το πει….τωρα ….να μην εχεις τους τονους της σιωπης πανω σου ,που ειχαν αλλοι….