Ι

δώσε μου λίγο νερό με τα ακροδάχτυλα
ο μονόδρομος του ποτηριού
μου φέρνει απελπισία

ΙΙ

είναι φεγγάρι ή
ένας ήλιος που
λιποθύμησε;
στην άκρη της απάντησης
βρήκε αποκούμπι το
κύμα
κι εγώ βρίσκομαι
στην ερημιά της επόμενης
ερώτησης

ΙΙΙ

και μη νομίσεις πως ασφαλιστήκαμε πίσω από το μάνταλο της αδιαφορίας
μετράμε τις μπουκιές μας στενεύοντας την όρεξη,
ακρολιγάμε τον λαιμό να καθίσει το νερό να μαθητεύσει την απλότητα

IV

ο άνθρωπος είναι καιρός
με τη βροχή, με τη λιακάδα στα βλέφαρα
με την ομίχλη στη φωνή

V

με ανακατεύουν οι εναλλακτικές σου με ένα τυχαίο χρώμα
και ξεθωριάζω στο ημίφως

στον άχωρο χώρο μου
βρήκα μια θέση εξορίας
στον άχρονο χρόνο μου
ζωγραφιστές κλεψύδρες οριζόντιες

αθροίζονται διαφορετικά τα γράμματα
τακτοποιούν τα δάκρυα
το βραδινό παράπονο
με την ελαφράδα της αλφαβήτου