ΑΦΑΝΙΣΜΟΣ

Άσπρα σύννεφα-νεκρού βαμβάκι
κάποιον καινούργιο αναβάτη μεταφέρουν
πριόνι αιφνίδιου γεγονότος
Δυο μάτια δεν ανοίγουν πια
σπασμένες χάντρες απο ολόλευκο λαιμό που ρυτιδιάζει
παντού αιφνίδιοι αποχωρισμοί
απροετοίμαστοι σε οσα αντέχουμε.

ΕΡΕΙΠΙΩΝΑΣ

Κοιτάει ενα πηγάδι πετρωμένο
Σάπια παιδιά με ματωμένα νύχια
κόκκινα δάκτυλα
έμβρυο σάπιο πάνω σε ματωμένο δάπεδο.

ΛΙΠΟΘΥΜΙΑ

Στο κέντρο ειναι η καρδιά
ανάμεσα σε τάφους πούναι άστρα.
Στο κέντρο είναι τα λουλούδια
που μύρισε ο μεταστάς.
Στο κέντρο όμως είναι και το τζάκι
που άφησε αναμένο
τα γάντια τρυπημένα
τα γυαλιά σπασμένα
τα όνειρα σβησμένα.
Στο κέντρο είναι και το χάος
οι πεταλούδες γυρίζουν τρελά.

ΤΑ ΝΕΥΡΑ ΕΡΠΟΥΝ

Τα χέρια μου
έχουν επέτειο αποδημίας
είναι βουτηγμένα μεσα στη πίσσα
τα νεύρα φουσκώνουν
βγαίνουν έξω σαν σκουλίκια
κατηφορίζουν
οδηγούνται στη κατωφέρεια της θάλασσας.
Ένα γεράκι κατάμαυρο
πάνω απο μοναχικό οδοιπόρο.

Ο ΔΡΟΜΟΣ

Ο δρόμος μου
περνάει απο μαραμένα φτερά.