1.

Σε κρύβω
Στο σημείο εσωτερικά του αγκώνα μου
Στην σκοτεινή λακκούβα που δημιουργείται
Όταν κλείνω τα χέρια
Για να αγκαλιάσω το κενό
Τον κουρασμένο ίσκιο μου
Τον μισό εαυτό
Που παραπατά
Στα ραγισμένα ίχνη που αφήνεις
Πίσω από τα χαμόγελα και
Τις χορευτικές κινήσεις
Νομίζουν πως είμαι τρελός
Όμως δεν ξέρουν
Πως τρελός δεν υπάρχει
Υπάρχει μονάχα
Αυτός που δεν ερωτεύτηκε
Αυτός που δεν αγαπήθηκε
Αυτός που δεν δραπέτευσε
Αυτός που σακάτεψε το κορμί του
Σε ερασιτεχνικές παραστάσεις εραστών
Αυτός που έντυσε με δάκρυ και υπομονή
Τα άνυδρα σώματα
Αυτός που δώρισε τα μάτια του
Και γέμισε τις άδειες τρύπες με μύχια όνειρα
Αυτός που έραψε το ίδιο τραύμα
Ξανά και ξανά γελώντας
Αιφνιδιάζοντας τον σπαραγμό
Αυτός που έκλαιγε
Την ώρα που οι άλλοι γελούσαν
Αυτός που μάζευε όλες τις πέτρινες καλημέρες
Για να τις θάψει στον κήπο του
Αυτός που έκοψε τα δάχτυλά του
Για να ξεχάσει των καλοκαιριών τα αγγίγματα
Αυτός που πέταξε τη γλώσσα του
Στα θηρία του υπονόμου
Γιατί προτίμησε το βλέμμα της σιωπής
Αυτός που ξέρει να μένει
Αυτός που δεν υπήρξε ποτέ για αυτόν
Αυτός που δεν σταμάτησε να γιορτάζει την απουσία
Αυτός που ξεντύθηκε το παλιό του δέρμα
Και το φύλαξε στο πατάρι
Με τα αναμνηστικά του παρελθόντος
Αυτός που τραγούδησε
Με αγνή ευγνωμοσύνη την τραγωδία
Αυτός που θεώρησε το μαρτύριο
Άλλη μια μέρα ζωής
Αυτός που κάρφωσε αρκετές
Σιδερένιες αναμονές στο στήθος του
Αυτός που φιλοξένησε την ελπίδα
Πολλά μεσάνυχτα στο κρεβάτι του
Πριν γυρίσει πλευρό και καρφωθεί στο πάτωμα
Αυτός που ήπιε πολλά ποτήρια του ρήματος αρνούμαι
Σε συνδυασμό με το πικρό και παγωμένο φεύγω
Αυτός που στο τέλος αποσύρθηκε έντιμα
Για να αγαπήσει την ξύλινη μοναξιά του
Λίγο πριν στερηθεί κι αυτό το δικαίωμα από τον χρόνο
Αυτός
Εσύ
Όλοι
Τον ξέρω καλά
Είχα την τύχη να τον γνωρίσω πριν χρόνια
Ανάμεσα σε κάτι παιχνίδια
Σχεδόν παιδικά
Που όμως κόβουν βαθιά
Κι αφήνουν σημάδι
Για ποια τρέλα μιλάνε;
Είναι η συνήθεια του φόβου
Για το μη γνώριμο
Το ανεξερεύνητο
Η ανατριχίλα στην ιδέα της σκιάς
Και σε όσα αυτή φέρει μαζί της
Η εναρκτήρια χειραψία
Με την υγρή απομόνωση
Το αντίτιμο ενός βλοσυρού έρωτα
Είναι που ΔΕΝ ΤΟΝ γνωρίζουν
Είναι που ΔΕΝ ΣΕ γνωρίζουν
Είναι που ΔΕΝ τολμούν ποτέ
Να κοιτάξουν λίγο πιο πίσω
Από τον καθρέφτη

2.

Ξεκουμπώθηκε το κορμί σου
Και χύθηκε από μέσα ο κόσμος
Στο τελευταίο του ξημέρωμα –
Η θλίψη δεν κοίταξε ποτέ ηλικία
Δεν φρόντισε έστω να σεβαστεί την παιδικότητα
Ποτέ
Πόσο μαύρο αντέχεις να χωρέσεις;
Εσύ Εντός σου Ο κόσμος

3.

Μου τελειώνουν τα νοήματα
Ψάχνω μονάχα λέξεις
Που εκπροσωπούν το τραγικό
Πρόσωπο της καθημερινότητας
Που δεν φοβούνται την κριτική
Και δεν προσκυνούν ληγμένα αξιώματα
Σκέτες
Ορφανές
Από επιλογή
Με τσαμπουκά κι αρχίδια
Να υποστηρίζουν την απλότητα που
Αιμορραγεί εκεί έξω
Κι εδώ μέσα
Κόντρα
Σε ένα ξεπουλημένο ρεύμα
Σάπιο
Που γοητεύει τον καθρέφτη του
Και γοητεύεται
Από μια ποίηση περίτεχνα κενή
Φτιασιδωμένη με βασικό συστατικό
Το “Δήθεν”
Σαν πρώτη και τελευταία λέξη
Γαργάρες
Με λαμπερά χαλίκια καλογυαλισμένα
Που φαντάζουν πλούτος
Στα μάτια των κουφών
Τα περιθώρια γέμισαν από καιρό
Και σπάσανε
Δεν έβλεπες τα κρακελαρίσματα
Στις χειραψίες
Στους τοίχους της συνείδησης
Στα χαμόγελα
Στις κρύες βραδιές ποίησης που
Η μοναξιά δεν είχε χώρο
Να ακουμπήσει το ρυτιδιασμένο δέρμα της
Οι σημασίες θα φτύσουν
Με απόγνωση
Στο πρόσωπο της πόζας
Και θα κρεμαστούν
Στους φωτεινούς σηματοδότες των οδών
Μήπως και καταφέρουν να δείξουν
Τη σωστή κατεύθυνση
Γιατί αλλιώς
Το ΕΚΑΒ δεν θα προλαβαίνει να καλύψει
Τα ατυχήματα
Τής υπερβολικής εξαθλίωσης
Η πρέζα είναι πιο βατή
Μπορεί να την κόψεις κάποτε
Τη λεκιασμένη αξιοπρέπεια δύσκολο
Πακέτο της ματαιοδοξίας
Πάει καιρός που λυπάμαι
Τώρα πια όμως
Σιχαίνομαι

4.

Στα μουντά λεωφορεία
Τους βλέπω
Με θλίβει η αντίθεση που κάνουν
Τα χρωματιστά ρούχα τους με τον ασπρόμαυρο εαυτό
Κάποιος επιτέλους να φωνάξει πως
Οι παλιάτσοι δεν πρόλαβαν ποτέ να υπάρξουν ευτυχισμένοι

5.

Βρεθήκαμε ξανά
Ανάμεσα σε στοίβες βιβλίων.
Όπως εκείνο το Ναύπλιο του δεκατρία.
Δεν με πειράζει που δεν μελέτησες
Τους επιστήμονες-
Με θλίβει που δεν άγγιξες
Ένα ακόμη μικρό κομμάτι του εαυτού σου.
Γιατί σκέφτηκες πως είναι μάταιο
Ή περιττό.
Ή γιατί
Κάποιες άλλες ευθύνες σε καθορίζουν πλέον.
Ελπίζω
Σε έναν άλλο παράδρομο να βρεις
Την αλήθεια σου.
Και να την αγκαλιάσεις
Όπως καμια Μαρία ή Κατερίνα του παρελθόντος.
Ίσως να μην είμαι πια εκεί.
Μα θα ‘ναι οι λέξεις μου.
Να τις προφέρεις που και που,
Να ξεσκουριάζουν.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Δημήτρης Βούλγαρης γεννήθηκε στο Βόλο το 1993. Σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη λόγω των σπουδών του στη Σχολή Καλών Τεχνών του Αριστοτελείου.
Ασχολείται με τα εικαστικά και πιο συγκεκριμένα με την κατεύθυνση της ζωγραφικής. Παράλληλα αφιερώνει πολύ χρόνο στην συγγραφή και την ανάγνωση. Αυτή τη στιγμή βρίσκονται σε κυκλοφορία δύο βιβλία του. Το πρώτο του βιβλίο ήταν η ποιητική συλλογή Η αρχή του τέλους (Ars poetica, 2014). Το δεύτερο, κυκλοφορία του Ιουλίου, είναι το Κονστάνς (Απόπειρα, 2015).