Σʼ αυτό το νησί που ολημερίς ο ήλιος βαπτίζεται στη θάλασσα
κι οι γλώσσες των κυμάτων θρυλούν μες στους αιώνες
ξέγνοιαστα και φιλόξενα
για να υποδέχονται τους ξένους
γνώριμα κι αγαπημένα
για να μαυλίζουνε τους γηγενείς
Σʼ αυτό το νησί που η γυναικεία ομορφιά δοξάστηκε
απροκάλυπτα
από την ίδια τη γυναίκα
δίχως αιδώ
Τώρα πια καράβια πάνε κι έρχονται
μʼ αχρόνιαστα παιδιά να κλαίνε
λαθραίες ζωές σε κλουβιά χρυσοπληρωμένα
πόνος προσαραγμένος στην ακτή δίχως ηθμό.
Άφευκτο το κακό στον άνθρωπο
σαν τον διαλέξει ο πόλεμος
Πρώιμοι θάνατοι αχολογούν στα σωθικά
κι η αφρογέννητη Σαπφώ σε μια γωνιά
να κλαίει το ριζικό της.











Πρόσφυγας έρχομαι στο γενέθλιο τόπο μου,
με βάρκα φτάνω από τα παράλια,
μιλάμε ελληνικά, μιλάμε αραβικά,
μιλάμε την πανάρχαια γλώσσα του πόνου.
Ψάχνω τους δρόμους, ανιχνεύω το σπιτικό μου•
κόσμος γέμισε την αυλή
ξηλώσαμε πόρτες, σπάσαμε πατζούρια, μπήκαμε
απ’ όπου μπορούσαμε
στους λευκούς τοίχους δαχτυλιές από αίμα
παιδιά γελάνε, παιδιά κλαίνε
ακατάληπτες φωνές, αγωνία,
δείχνουν την κατεύθυνση μιας επιστροφής
στο άγνωστο
μια λέξη κυματίζει
μια λευκή σημαία, μια ειδοποίηση•
Επιβίωση