Αποχωρισμός
Με αφήνει
να την αφήσω
η εταιρική αγκαλιά
πονάω
κλαίω
υποφέρω
επέμενα πως είναι μέγγενη
μάνιασα να την αποχωριστώ
άριστες οι επιδόσεις μου
σε υγρά όνειρα
ελευθερίας
από το αχανές open space
κάθιδρη
κιοτεύω
την ώρα που μʼαφήνει
να την αφήσω
η εταιρική αγκαλιά
δεν είναι πια σιδερένια κλούβα
είναι η μόνη αγκαλιά
που έχω
αγκαλιά ανυπόφορη
μοναδική αγκαλιά
η πιο κοντινή μου
επίφαση οικειότητας
βουίζει σα μελίσσι
σαν οικογένεια
στο κρύο
στη μουντάδα
ξένη όντας
δε της κοστίζει τίποτα
να με αφήσει
να την αφήσω
ορφανεμένη
τι θα κάνω
χωρίς την εταιρική αγκαλιά;
σε ποιον
να δώσω το ζουμπούλι
που άνθισε πάνω στο γραφείο μου;
σε όποιον να ʽναι
σε κάποιον
οποιονδήποτε
να με θυμάται
θα ξεχαστώ γρήγορα
το ξέρω
είναι εικονική
άκαρδη
συμφεροντολόγα
η εταιρική αγκαλιά.
Έστρωσα Έξω
Άνοιξα
μπροστά στην ξύλινη σκάλα
που έβγαζε στην καπνοδόχο,
η σιδερένια –ακουμπισμένη οριζόντια
αναπαυόταν
Άγουρα τσαμπιά
κρέμονταν βαριά.
Υπόσχονταν να ωριμάσουν
αδύνατον να βιαστούν
Πώς να προλάβω και τα δύο
Ακτίνα του ήλιου πρισματική και διυλισμένη
καρφώθηκε στο μισάνοιχτο μάτι
ντολμαδάκια γιαλαντζί
χωρίς γιαούρτι
ως ανάμνηση. ανάκληση. ικεσία.
Ελάτε, αγαπημένοι,
χίλια χρόνια αναμονής σαν εν υπνώσει
στο μεσαιωνικό μου κάστρο γερνάω
πεθυμώντας
τα καλοκαίρια σας.
Οι φίλοι του τον φώναζαν Σίβα
Περαστική από εκείνους τους τόπους
με ρώτησε τι κάνω την επόμενη
και αψηφώντας τη μονοτονία της απάντησης
πρότεινε, σχεδόν με το έτσι θέλω
περιπέτεια.
Τα μάτια του έβγαζαν σπίθες
γελούσε σαν παιδί
τι λέω, ήταν παιδί
με έπεισε να σηκωθώ αξημέρωτα
εμένα που αγαπώ τον ύπνο με πάθος
να σκαρφαλώσω στην κοντινή κορυφή των Ιμαλαίων
να προλάβω το ηλιοβασίλεμα
έκανε ψύχρα
το καλοκαίρι δεν είχε φτάσει τόσο ψηλά τόσο νωρίς
μας έφερε αχνιστό τσάι
ο ήλιος δε θέλησε
νιώθαμε τις σόλες των παπουτσιών
να λιώνουν στο κατέβασμα
χαλίκια και βράχια παρέα με πράσινους όγκους
σε κάθε δυνατό τόνο και μέγεθος
ο ήλιος έκαιγε και ο Σίβα μας έταξε καταρράκτη
έγινα ξανά δέκα χρονών
ενώ τα νερά με έλουζαν ορμητικά
δέκα φορές πιότερο από το ντους
κάτω από το θόρυβο του οποίου
προσπαθούσα να σκεπάσω τις φωνές
γονέων και κηδεμόνων
ονειρευόμουν να φύγω
να μπανιαρίζομαι σε καταρράκτες
και γύρω ηρεμία
οι φίλοι του τον φώναζαν Σίβα
και θα τον ευχαριστώ για πάντα.
Χαζοπούλι
Μια απʼαυτές τις νύχτες
κι ενώ το μόνο που ακούγεται είναι οι λεπτοδείκτες
πάνω που τα βλέφαρα βαραίνουν, αλλά
τους απαγορεύω να κλείσουν
έχω βαλθεί
να αλλάξω τον κόσμο
–κι αυτό το καθήκον
δε μπορεί να περιμένει
Οι λεπτοδείκτες δεν βιάζονται
εγώ ακόμη λιγότερο
διανύω την τέταρτη δεκαετία της ζωής μου
χωρίς φόβο και πάθος
–τα πειράματα επιτρέπονται
ανεξαρτήτως ηλικίας
ανθρωπομάνι όσοι
ζουν το σήμερα κατεξοχήν προσωρινά
τί κι αν μοχθούν
για τα λάθος αφεντικά
ε, αύριο
θα δώσουν ένα σάλτο
και θα πηδήξουν στο καράβι
που μόλις έλυσε κάβους
–και τότε
Μια απʼαυτές τις νύχτες
ο κόσμος θα σωθεί από μόνος του
κι εγώ θα πιστέψω ξανά στους ανθρώπους
μαζί και στον εαυτό μου.










