Στη γη του ανέμου
να ʽχα στις πλάτες μου φτερά
του καιρού να ξεμακραίνω τις σαστισμένες θύελλες,
εκείνες που τη ζωή των ανθρώπων ξοδεύουν αδιάφορα,
χαράζοντας τη μοίρα τους στους καιρούς∙
σαν τα πτερωτά τʼ ουρανού, τʼ ανίσκιωτα
έτσι καθάριο και γαλανό
του θόλου να ανάσαινα με μιας το μέγα πέλαγος
ρίχνοντας πάντα ματιές κλεφτές στα χαμηλά του ορίζοντα στρώματα ∙
τότε μοναχά, τον άνεμο να ξεπέζευα
διψασμένος να σταθώ δίπλα στις πέτρες
που βλασταίνει η γης την άνοιξη,
το αλαβάστρινο άρωμά τους στα στήθη μου να μεταλάβω∙
και σαν μυρώσει η γης το στήθος μου,
σα νεόκοπος Ίκαρος, το σκαρί μου ψηλά να φτερουγίσω∙
στο πυρωμένο στεφάνι που τους καιρούς κυκλώνει
κρεμασμένα, λογίστηκα τα όνειρά μου
Οπτασία
είναι εκεί∙
όταν τα μάτια μου θ ʼανοίξω
οι νύχτες θα φύγουν σα πλυθώ το πρωί,
στέκει παράμερα και με κοιτά απʼ τη γωνιά του δωματίου∙
τα μάτια της ανοίγοντας και κλείνοντας ρυθμικά
εκπέμπει το χρόνο και τις στιγμές του
πάνω στους τοίχους και τα μεσοδιαστήματα.
είναι εκεί∙
τις ώρες της απόλυτης μοναξιάς
όταν η παρουσία του κόσμου με πνίγει,
προσφέροντας τα δώρα της λησμονιάς
με βλέμμα σκεπτικό τη πνοή μου αφουγκράζεται∙
τα καράβια που στάζουν από τον ουρανό
κατεβάζουν τις ελπίδες και τα όνειρα
που οι άγιοι του κόσμου μεταλαμβάνουν κρυφά,
πίσω από τα κλειδωμένα παράθυρα και τις ραγισμένες καρδιές.
είναι εκεί∙
τον παρθενικό έρωτα να στολίσει
με τα λευκά σάβανα της ανάστασής μου,
την πορεία μου να χαράξει με μια μονοκονδυλιά
από τα στεγανά της αβύσσου ως τα σήμαντρα του ουρανού∙
στις λέξεις μου στέκεσαι και μου χαμογελάς,
κάνεις σαν παιδί στα κενά που αφήνω στο χρόνο μου για να σκεφτώ,
στο μεγαλείο της σιωπής σου σαν άνεμος
είσαι εδώ μαζί μου πια.
Επίμετρο
σκιά είναι,
μήνες θαρρώ πλανεύει τη ματιά μου∙
ολοένα πιο εκδικητική στέκεται στο διάβα μου
κραδαίνοντας στα χέρια της το μισητικό κατάστοιχο,
κινώντας το με βία μπρος μου, θαρρείς
του κόσμου εξουσιάζει τις τροχιές και τʼ ανεμολόγια∙
κι εγώ,
στέκω ακίνητος,
με τα χρώματα της μέδουσας απλωμένα στο κορμί μου,
σάβανο νεκρού στην ατμόσφαιρα σκορπώντας
το μυρωμένο πρόσωπο της άλλης μου όψης,
εκείνης που τα μάτια της σταθήκαν στην πυρά του κόσμου
μεταλαμβάνοντας τις πνοές του ήλιου
στην ανάσταση του χρόνου που έγειρε στον ορίζοντα∙
κʼ είναι στιγμές πολλές,
γυμνό λεπίδι απάνω μου απλώνει τα όνειρά μου,
αφήνοντας να στάξουν αίμα θαρρείς, ζωντανού ανθρώπου
εκείνο που φεγγίζει το κόκκινο της ψυχής πρόσωπο
τους κτύπους της ψηλά εκτινάσσοντας,
ώσπου να γεμίσουν οι γαλαξίες θεϊκές και άλλες ανθρώπινες οπτασίες∙
το φως η καρδιά μου λαχτάρησε∙
στη λευκή του σκηνή γεννήθηκα, στο κατώφλι του χρόνου
στης μάνας τούτης γης τα χώματα βλασταίνοντας ανθούς,
τα στοιχειά της μετουσιώνοντας σε αίμα και πνοή∙
στη φωτιά που καίγεται ο ήλιος,
εκεί,
θα καίγομαι και θα γεννιέμαι
πάντοτε,
νεόκοπος και ατελής,
σε πείσμα του καιρού μου.
Τέλος ωραρίου
Η ώρα περασμένη,
η σκιά μου προσεκτικά κρυμμένη,
μέσα σε κλειστές στιγμές από τοίχους αγωνίες,
που οι άνθρωποι κτίζουν όλο και πιο ψηλούς
κύκλωπες, στο έπος του φευγαλέου σήμερα,
μονόφθαλμες πολιτείες∙
περασμένος ο καιρός για θριαμβευτικές εισόδους και κλάδους βαΐων,
εραστής του χρόνου και πλανόδιος πραγματευτής
σεργιανίζω, γυρολόγος των στιγμών μου,
κάθομαι κάτω από το θόλο που βαπτίζεται δειλινό και ταξιδεύω∙
ασβεστώνω τους ορίζοντες στις τέσσερις ακμές του ανέμου,
με τη σιγουριά της θάλασσας σαρώνω τις ακτές και τα λιμάνια,
μέσα στα στήθη μου, μεθυσμένα στο κόκκινο κρασί του πάθους τα όνειρά μου,
πανιά διπλωμένα από τον άνεμο στο σχήμα του ουρανού
και εγώ αποσπερίτης, που σιγοκαίει πάνω σε αρχαίο βωμό
να ανασταίνομαι.
Λάμψη αιωνιότητας
Κινούμαι διαρκώς∙
μέσα στις δίνες του χρόνου στροβιλίζομαι,
χορό κυκλικό ξεκινώ με τα σύμπαντα,
πιάνω με τα δυο μου χέρια τη στάχτη μέσα από το θάνατο
και σκορπίζω το σημάδι του στους πέντε ανέμους∙
χρόνια τώρα,
μέσα σε μια απύθμενη σιωπή δίχως χρώματα,
τη σάρκα μου εξαερώνω σε στιγμές και ήχους αιώνες μακριά,
κλεισμένος σε μια πύρινη σφαίρα από πηλό
καίγομαι από τη φωτιά της ανάσας μου∙
σε κάθε μου βήμα νιώθω τη ματιά μου να μεγαλώνει
να γίνεται στεφάνι θαλασσί, να κλείνει μέσα του όλες μου τις αγάπες,
να σχηματίζει πέλαγα και ουρανούς,
κʼ εγώ, μικρός θεός πάνω σε πλεούμενο
να χαράζω με τα ακροδάχτυλά μου τα ανεμολόγια και τους ορίζοντες,
μέχρι το χείλος της σιωπηλής αβύσσου που φυσά και
τινάζει τη σκόνη του φεγγαριού από το τζαμιλίκι του παραθύρου.
Ακόμα να ξημερώσει∙
το δωμάτιο πλημμυρισμένο ως το ταβάνι σιωπή και ιδρώτα,
στον διάδρομο η γάτα σαν αιγυπτιακή θεότητα που ξύπνησε από το λήθαργο
να προσμένει την αντίδραση στο ξαφνικό άνοιγμα του διακόπτη,
που δεν ακούστηκε ποτέ∙
δυο-τρεις βαριές ανάσες και ανασηκώνομαι,
ανοίγω το παράθυρό και μουσκεύω το περβάζι νυχτολούλουδο∙
πίσω από τις πολυκατοικίες
μια χαρακιά χρυσοκόκκινη ξαπλωμένη στο οδόστρωμα
να ρέει βιαστικά προς την ξάγρυπνη πολιτεία.
Ανάμεσα σε δυο κόσμους
Και έμεινα με τους τρελούς
τους ονειροπόλους του κόσμου
σε έρημη γη να κατοικώ,
να τρέφω το γυμνό μου κορμί
με δυο σταγόνες ουρανό,
κάτω από τη σκιά του να αραδιάζω την πραμάτεια μου∙
πόσα χρόνια τώρα,
το ποτάμι του χρόνου ανεβαίνοντας
μουσκεύω τα πόδια μου ίσα με το μέτωπο
πατώ στην υγρή άβυσσο,
τα δυο μου χέρια υψώνω στήλες πάνω από τον ορίζοντα
και θεμελιώνω την παρουσία μου.
γύρω μου
ανθρωπόμορφοι πόθοι,
αγάπες και αγωνίες ντυμένες ξεθωριασμένα χρώματα,
καμωμένα με δάκρυα και στεναγμούς∙
γύρω μου πια όλο ανάγκες και θέλω,
πήραν την όψη θεόρατων βράχων
φράζοντας το ποτάμι
εξαναγκάζοντας τα νερά του σε μια κατακόρυφη περιδίνηση∙
τώρα πια μόνη μου έγνοια ο δρόμος,
τα σημάδια του χρόνου
στου προσώπου μου τις ακμές.
στις βαθιές του γραμμές σκάλισα τα πρώτα λόγια μου,
έσπειρα τα χώματά του κρυφά πριν το χάραμα,
βλάστησα καιρούς και χρώματα
μιας άλλης, όσο ποτέ δικής μου ακροβασίας.










