`
I.
Στη μητέρα σου
Τη νύχτα που θα συλλάβεις
από ένα φύσημα του αέρα,
η στέρνα των σωμάτων θα ξεδιψάσει
την ηδονή μας
και οι επτά σάλπιγγες θα πνιγούν
απ΄ την ηχώ του πάθους.
Τότε θα εφεύρουμε τα νοήματα
όπως ο πιστός εφευρίσκει το Θεό του
χωρίς την αστραπή των λέξεων
με την πειθώ της άλαλης αγάπης.
Τη νύχτα που θα συλλάβεις
απ’ τη ρητίνη του πεύκου,
λευκά πουλιά θα αναδυθούν
απ΄ τις ανάσες μας
και χιλιάδες μικρές αχιβάδες θα ανοίξουν
σαν βεντάλιες τους αναστεναγμούς μας.
Τότε θα απεκδυθούμε των πέπλων μας
μυροφόροι και ομολογητές
μιας θρησκείας που εδρεύει
στην αφή και τη σάρκα.
Τη νύχτα που θα συλλάβεις
απ΄ την αρμύρα της θάλασσας,
θα είμαι εσύ
θα είσαι εγώ
δυο ταξιδευτές πάνω
στις φτερούγες του χρόνου
εξαργυρώνοντας την ύπαρξή μας
στο νέο σώμα που θα ανατείλει.
`
II.
Βλέπω τα πολύχρωμα ρουχαλάκια σου
να ανεμίζουν ειρηνικά
σαν σημαίες
και αναρωτιέμαι
έτσι που τους λείπει ακόμα το σώμα
έτσι που κρέμονται συμφιλιωμένα
πώς θα σου μάθω
την αλφαβήτα της κραυγής
και θα σου μεταφράσω
τον ανθρώπινο πόνο
πώς θα σου δικαιολογήσω
οτι τις μέρες της προσμονής σου
κάπου αλλού αποχαιρετούσαν παιδάκια
μην μπορώντας να σφαλίσουν τα ματάκια τους
ανοικτά και πελώρια
σαν τα μεγάλα «γιατί;».
Θα μπορέσω τουλάχιστον, μικρή μου,
να σου μάθω να κλείνεις
τα βλέφαρα στις κούκλες σου
μη βλέπουν τη φρίκη;
`
III.
Οι σκέψεις μου μέρα με την ημέρα
άρχισαν να φθίνουν
όπως οι μέρες του φθινοπώρου
που περίμενε στοργικά
να υποδεχτεί το φως σου.
Το πρόσωπό σου έγινε
κυματοθραύστης των λέξεών μου
και μια φούγκα στάθηκε
στην άκρη της γλώσσας μου.
Τα δάχτυλά μου κρεμάστηκαν
μαριονέτες της χαράς
και οι άσπρες σελίδες
μαντατοφόροι τού επέκεινα.
Τώρα που καταλαγιάζει
το σύννεφο της πρώτης σκόνης,
βαβίζω ξανά στίχους
με τους ήχους σου.
`
IV.
Παλιέ μου ταξιδιώτη πού είναι οι δρόμοι σου;
Πού είναι οι πυξίδες και οι πόλεις σου;
Σ’ ένα λευκό φουστάνι μαζεύτηκε η σοδειά μου
Κι ένα φιλί διαβάζει τα απομνημονεύματά μου.
Παλιέ μου ταξιδιώτη πού είναι οι χάρτες σου;
Πού είναι τα σημάδια και οι κάρτες σου;
Δυο γελαστά ματάκια κοιμούνται τ’ όνειρά μου
Και δυο μικρά χεράκια ανάβουν τη φωτιά μου.
Παλιέ μου ταξιδιώτη πού είναι οι μάγοι σου;
Πού ‘ναι τα κύματά σου και οι βράχοι σου;
Μια παιδική πλεξούδα με δένει στη στεριά μου
Και ένα αθώο βλέμμα τ’ αστέρι του βορρά μου.
`
V.
Μια κρούστα αγάπης πάνω σε ό,τι αγγίζω.











Μέσα στην Άνοιξη η ωριμότητα πολιορκεί την έμπνευση. Κι ο Σπύρος ισορροπεί μέσα σε όσα τον καθορίζουν! Προπάντων η αγάπη και η παιδικότητα: “βαβίζω ξανά στίχους”. Άμποτε όλοι οι πατεράδες να έγραφαν στίχους και όλοι οι ποιητές να ακόνιζαν την ευαισθησία του λόγου μέσ ααπό τα βαβίσματα των παιδιών.
Η ολίγη λογική που διαθέτω και ακόμα η λιγότερη ποιητική μου αξιοπρέπεια , δεν θα μου επέτρεπαν ποτέ να σχολιάσω πόνημα
του Σπύρου Αραβανη περιορίζομαι να εκφράσω αυτό που προστάζει
το θυμικό και κανένας δεν είναι εις θέση να με σταματήσει !!!
ʽʼ Όταν η ποίηση γίνεται αυτοσκοπός για την ποίηση ʽʼ
Τότε αυτός που την γράφει είναι ΄΄ποιητής΄΄
Ένα πράγμα λατρεύω σε σένα το ότι κατάφερες να συλλάβεις
ότι η πρώτη συμπαντική σύλληψη έγινε στο χώρο που
αφθονεί το Να2Co3
Να είσαι πάντα καλά για την χαρά που μου χαρίζεις !!!!
Εγώ ξέρω μόνο, πως όχι μόνο με άγγιξε, μα με συγκλόνισε η τρυφερότητα και η “κρούστα αγάπης” στο ποίημα που σου ενέπνευσε το θαύμα της ζωής. Δεν υπάρχουν , φίλε μου, ομορφότερα δεσμά από της παιδικής πλεξούδας σου, ούτε ιδανικότερος προσανατολισμός για το αστέρι του βορά σου από αυτό το αθώο βλέμμα. Είθε να σ’ έχουν πάντα μαγεμένο πάνω τους…για να διαλύει ο ποταμός της αγάπης σου την φρίκη των καιρών … να αφήνουν άφοβα τα μάτια ανοιχτά οι κούκλες. Σ΄ευχαριστώ!