`

Ι.

Ακουμπώ το χερούλι της παιδικής μου πόρτας
σαν να κάνω χειραψία με έναν άγνωστο.
`
ΙΙ.

Ανακάλυψα το σώμα μου τυχαία
όπως εξερευνούσα τον γύρω χώρο.
Μια παλλόμενη αίσθηση,
προμήνυμα των ετερόφωτων ηδονών,
πλημμύρισε το δωμάτιο
σαν μια αχτίδα ήλιου που καρφώνεται κάθετα
στο πρόσωπό σου.
Ένα άσπρο κύμα ζεστό
έδρεψε την αιδώ
-η αίσθηση θα χανόταν αργότερα
μέσα στους λαβυρίνθους της αισθητικής-

κι ένας νεός κόσμος ανέτειλε.
`

ΙΙΙ.
Η σιωπή ήταν τότε
ένας ανθισμένος κήπος·
οι λέξεις κρέμονταν απ’ τα κλαδιά
των δέντρων
όχι σαν απαγορευμένοι καρποί
αλλά σαν πέτρινα καλόχτιστα γεφύρια.
Ακούγονταν παντού νερά και γέλια
ανερμήνευτα
χωρίς τις αυριανές υποψίες.
Τα πουλιά διαλαλούσαν
αθώα τη ψυχή τους
και τα ανήμερα ζώα έγλυφαν
το τρίχωμά τους
με την ίδια μελλοντικά συμβιβασμένη γλώσσα.
Χανόμουν για χρόνια
μέσα σ’ αυτό τον κήπο
μέχρι εκείνο το πρωινό
όταν εμφανίστηκε στο κατώφλι του

ο ανθρώπινος ήχος.

`
IV.

Όλα τα αντικείμενα με καλούσαν να τα γνωρίσω.
Εκατοντάδες μικρές γλωσσίτσες γύρω μου
διαλαλούσαν την πραμάτειά τους
σαν σε μεγαλοπάζαρο.
Κι εγώ δεν ήξερα ποιο να πρωτοαγγίξω,
όλα τόσο θελκτικά και ελπιδοφόρα
φορτωμένα το μυστικό της ζωής
στη μικρή, ασήμαντη σκόνη τους.
Σήμερα πληρώνω πανάκριβα το εισιτήριο
στα μουσεία του κόσμου
για ένα βλέμμα
και μια νύξη θαυμασμού
αποκλεισμένος απ’ το θαύμα.

Χθες ήμουν το θαύμα.

`
V.

Είχα την ηλικία των ονείρων
και ένα μεγάλο πολύχρωμο μπαλόνι
όπου μέσα του στέγαζα το παρελθόν.
Όταν του απελευθέρωνα το σπάγκο
τρυπούσε το ταβάνι ταξιδεύοντας
προς το άγνωστο
για να επιστρέψει ύστερα από νύχτες
και να κουρνιάσει τυλιγμένο στα δάχτυλά μου.
Κάποια μέρα μού το έφεραν αποκεφαλισμένο.
«Τι συνέβη;», ρώτησα τρομαγμένος.
«Πού είναι ο σπάγκος;»
«Στο σφαγείο της μνήμης», απάντησαν.
Τότε κατάλαβα
πως η αθωότητα θα ήταν πια για μένα

μια χαμένη πολιτεία.

`

`
VI.
Με διαβατήριο την παιδική ηλικία
έμπαινα σε παρθένα δάση περιέργειας
και κολυμπούσα στα παγωμένα νερά
των ανακαλύψεων
φορώντας μόνο τη λαχτάρα μου.
Πλέον, δεν αντέχω τη ψύχρα
ούτε της πιο τιποτένιας διαπίστωσης
κι ας ενδύομαι όλους τους πόθους της γης.
Το ρίγος της συγκίνησης
έγινε η συγκίνηση του ρίγους
που έρχεται ολοένα και πιο αραιά
σαν τα μαντάτα για τους φίλους
που επέστρεψαν νικητές

από το γάμο τους.

`

VII.
Το πρώτο χνούδι του προσώπου μου
ήταν ο χαμένος μου παράδεισος,
η χλόη που κυλιόμουνα ανέμελα
διάφανη χλόη
αθώα χλόη
πρωτού ποτιστεί με τα λιπάσματα
των φιλιών
και φυτρώσουν πάνω της

άγριες μολόχες.

`

VIII.

«Θα κάνει ψύχρα στο μέλλον»
σκεφτόμουν
γι’ αυτό και πάντα φρόντιζα
να κρύβω λίγα χάδια
και μερικές εξομολογήσεις
μέσα σε κουτάκια με σπίρτα.
Δεν φανταζόμουν τότε
πως η υγρασία

θα είναι πιο δυνατή απ’ τη φωτιά.

`

IX.

Ήταν ένας απ’ τους παιδικούς μου εφιάλτες·
πάνω σε μια φτερούγα να ταξιδεύει ο χρόνος
ελαφρύς σαν βομβίτσα νετρονίου.
Όταν ξύπνησα
και βρήκα σπίτια ανέπαφα
και ανθρώπους νεκρούς

ήμουν ενήλικος.

`

*  Tα ποιήματα I-V δημοσιεύτηκαν για πρώτη φορά στο περ. Κουκούτσι, τχ. 7, Χειμώνας-΄Ανοιξη 2012-2013