`

Ευφορία

σκότωσα
τον φύλακα
άγγελό μου
πριν με σκοτώσει
αυτός•
και μετά τον έφαγα.
κράτησα μονάχα
τα φτερά του.
τα φοράω το
βράδυ
και
κάνω πτήσεις
πάνω από την πόλη.
οι βιτζιλάντες
έχουν βγάλει
τις μάσκες,
τώρα τις φορούν
οι εραστές.

βέλη τους χτυπούν
από παντού
και κανένα
δεν βρίσκει
στόχο

`

*

Σου μπαίνουν περίεργες ιδέες καμιά φορά

Όλης της τη ζωή
της έλεγαν πως ήταν
άσχημη
και εκείνη το πίστεψε
και πέρασε αρκετό καιρό
μέσα σε αγωνία
και τρόμο
ανίκανη να επικοινωνήσει
ανίκανη να ερωτευτεί
αφού δεν μπορούσε να πιστέψει
πως μπορεί κανείς
να την ανεχτεί
πόσο μάλλον να θέλει να είναι
μαζί της.
Η λάσπη είχε μπει στα μάτια
της
τα είχε διαφθείρει
και δεν μπορούσε πια
να δει τ’αστέρια
πως λάμπουν
σαν
συνήδειση που καίγεται
γιατί θέλει να γυρίσει
στα πάντα και στο τίποτα
την ώρα που πίνεις μπύρα
από το μπουκάλι για να σβήσεις μια
δίψα
που δεν σβήνει
ποτέ.

Κάποια μέρα είδε στον δρόμο
μια γυναίκα που της φάνηκε
πανέμορφη.
Της θύμιζε την Sylvia Plath,
την αγαπημένη της.
Την ακολούθησε.
Είδε που μένει.
Και άρχισε να οργανώνει
το σχέδιό της.
Η θλιμμένα όμορφη γυναίκα
ζούσε με τα παιδιά της,
ο άντρας της, την είχε αφήσει.
Το σπίτι της ήταν
σε μια γειτονιά που τα εγκλήματα
δεν συνέβεναν ποτέ
και οι πόρτες
παραβιάζονταν πιο εύκολα
από ό,τι παραβιάζονταν
τα ανθρώπινα δικαιώματα
από τις Κυβερνήσεις.
Ένα βράδυ μπήκε μέσα,
πήρε ένα μαχαίρι
πήγε στο μπάνιο
και έκοψε το πρόσωπό της,
μετά πήγε στο δωμάτιο
της γυναίκας, την έδεσε
στο κρεβάτι με ένα
σκοινί,
Την φίμωσε,
της έκοψε το πρόσωπο,
το φόρεσε
και μετά της προσέφερε
το δικό της.
Τα παιδιά κοιμόντουσαν
δεν κατάλαβαν τίποτα.
Έφυγε από την πόρτα.

Γύρισε σπίτι της
κοιτάχτηκε στον
καθρέφτη.
Σκέφτηκε πως το νέο
πρόσωπο της πήγαινε πολύ.
Κυκλοφορούσε στον δρόμο
πολύ ευτυχισμένη
και ο κόσμος της χαμουγελούσε.
Μετά από λίγο όμως
το βαρέθηκε.
Αλλά δεν υπήρχε πια πρόβλημα.
Υπήρχαν πολλά διαθέσιμα
πρόσωπα.

Και οι πόρτες παραβιάζονταν
πολύ εύκολα σε εκείνη
τη γειτονιά.

`

*

Πρέπει να μάθω να χορεύω

Αυτά που κάνουμε
τα κάνουμε
για να μην τρελαθούμε.
Από πλήξη ή από τρόμο.
Την απάντηση την ξέρουν
όλοι.
Αγάπη.
Αλλά δεν μπορούν όλοι.
Δεν μπορούν όλοι να αγαπούν
όλη μέρα.
Να αγαπούν τον αέρα
που αναπνέουν.
Τα πουλιά
που πετούν.
Τις γυναίκες
που περπατούν με χάρη.
Τα φρούτα
που πέφτουν από τα δέντρα
και αφού δεν μπορούν
να αγαπούν όλη την ημέρα,
δουλεύουν.
Για να μην τρελαθούν.
Από πλήξη ή τρόμο.
Δουλεύεις όχι για να δημιουργήσεις
γιατί το να δημιουργείς είναι
να σκοτώνεις κάθε μικρό κομμάτι
αυτού που ονομάζουμε “δουλειά”.
Δουλεύεις όχι για να είσαι χρήσιμος,
όχι για να εξελίξεις τον πολιτισμό σου,
αλλά για να είσαι απολύτως
άχρηστος
και να κρατήσεις όσο μπορείς την
ανθρωπότητα, στάσιμη.
Αν είναι δυνατόν να την πας
και πίσω.
Έτσι πάνε μπροστά τα Κράτη.
Από μια εταιρεία
ξεχύνονται οι γιάπηδες.
Άλλοι νέοι και κομψοί.
Άλλοι πιο μεγάλοι
με φαλάκρα και κοιλάρα,
όλοι με τα κινητά στο χέρι,
κάτι θέλουν
κάτι ψάχνουν.
Μου φαίνονται πολύ άσχημοι.
Όχι εξωτερικά.
Μου ασχημαίνει την εικόνα
η βλακεία τους.
Αυτοί βγαίνουν από μπροστά.
Οι καθαρίστριες βγαίνουν
από πίσω.
Κρατάνε σακούλες με σκουπίδια.
Συναντιούνται όταν οι γιάπηδες
πάνε πίσω, γιατί εκεί
είναι το πάρκινγκ της εταιρείας.
Εξαφανίζονται όλοι εκεί
και ξαναεμφανίζονται με τα
αυτοκίνητά τους.
Όλα πανάκριβα.
Ασημένια ή μαύρα.
Τουλάχιστον έχουν κάποιο γούστο.
Δεν καταλαβαίνουν ότι είναι
ίδιοι.
Όλοι είναι ίδιοι.
Όχι ίσοι, αλλά ίδιοι.
Αυτοί και οι καθαρίστριες
και ο πορτιέρης
και ο φύλακας που θα πάει το βράδυ
και οι εργάτες
απέναντι στο εργοτάξιο
και οι καλλιτέχνες
και οι δολοφόνοι
και οι οδηγοί φορτηγών,
σηκώνουν στην πλάτη τους
το φεγγάρι.
Η όρασή μου αλλάζει
και το βλέπω σαν να είναι δίπλα μου.
Τεράστιο και επιβλητικό
με τους κρατήρες του και πιτσιλιές από
σκούρο γκρί,
το μισό να κρύβεται
σαν παιδί πίσω από την κουρτίνα
που ο παππούς του, του φωνάζει:
“Ανθρωπινό κρέας μου μυρίζει”
και μυρίζει όντως —
καλοψημένο και υπέροχο.
Πάνω από το φεγγάρι, ένα αεροπλάνο.
Κάποιος φεύγει να βρει
καλύτερη τύχη.
Κάποιος φεύγει για να βρει
τον εαυτό του.
Κάποιος φεύγει για να σωθεί
από μια αγάπη ή ένα χειρουργείο.
Και αρκετοί φεύγουν για μπίζνες.
Ανοίγουν ένα μίνι ουισκάκι
και μια σακούλα φιστίκια,
κοιτάζουν ιδρωμένοι
τον κώλο της αεροσυνοδού
και εμάς από κάτω σαν μυρμήγκια.

Τα φώτα στο εργοτάξιο άναψαν
και οι εργάτες συνεχίζουν
να δουλεύουν εμμονικά
και τα αυτοκίνητα από το
πάρκινγκ να βγαίνουν,
οι γιάπηδες να μιλούν στο τηλέφωνο,
να οδηγούν και να μιλούν στο
τηλέφωνο,
οι καθαρίστριες να βγάζουν τα σκουπίδια,
τα αεροπλάνα να πετούν
και όλοι, σε όλο τον κόσμο
να επαναλαμβάνονται κακομαθημένα, σαν
οστινάτο φρίκης
που φτάνει στην κορύφωση του χάους
και όλα γυρίζουν και ζαλίζεσαι
για να μην τρελαθείς•
από Πλήξη ή από Τρόμο.

Τα μυρμήγκια στην αποικία, στο εργοτάξιο,
σταμάτησαν για απόψε.
Και εσύ τα βρίσκεις όλα σαν μια ευκαιρία
για να χορέψεις.
Ίσως γιατί δεν ζαλίζεσαι ή δεν φοβάσαι
μη τρελαθείς.
Ή ίσως γιατί ξέρεις πολύ καλά να χορεύεις.
Ξέρεις καλά αυτή τη μελωδία.
Ω ναι.
Ω ναι.

`

************************************************************************************

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

Ο Νίκος Δασκαλόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1988 και είναι δημοσιογράφος. Έχει σπουδάσει Επικοινωνία και ΜΜΕ και ακόμα ασχολείται με τη μουσική από το 1999, είτε συνθέτοντας, είτε παίζοντας. Έχει συνεργαστεί με δισκογραφικές εταιρείες και έχει εισπράξει και μερικά καλά σχόλια από ανθρώπους του χώρου. Το 2009 αποφάσισε να συνδυάσει την αγάπη του για τη μουσική και τη δημοσιογραφία, με το Indiependent Magazine. Ένα μουσικό (κατά βάση) περιοδικό που αρχικά αποτέλεσε μια ερασιτεχνική προσπάθεια, έφτασε όμως να προσελκύει 150.000 unique αναγνώστες. Συνεργάζεται με την Brainfood/Avopolis ως συντάκτης για μουσικά και άλλα πολιτιστικά θέματα και με πληθώρα ανεξάρτητων πολιτιστικών sites (ενδεικτικά: επιμελούνταν τη μουσική στήλη στο toutestin.com και έγραφε χρονογραφήματα στο Fridge.gr). Κείμενά του έχουν δημοσιευθεί ακόμα στην εφημερίδα “H Αυγή”, στην εφημερίδα “Σύγχρονη Έκφραση”, στο LiFO.gr κ.α. Το 2012 άρχισε για πρώτη φορά να πειραματίζεται με την δημιουργική γραφή, κυρίως ποίηση. Το τελευταίο του εγχείρημα, είναι το λογοτεχνικό e-zine, “Raw Dog”. Όταν δεν γράφει, βυθίζεται στον κόσμο του κινηματογράφου ή ξοδεύει όλα του τα λεφτά στο μεγάλο του πάθος. Τα βινύλια.