ΑΠΟΤΥΠΩΣΗ
Πάνω στον βράχο
στο πέτρινο κρεβάτι
έστρωσα άμμο ψιλή
κεντημένη από προγονική βελονιά
με τ’ αρχικά μας χαραγμένα
στου βράχου τη σχισμή
κι ο ήλιος με βρήκε ανάσκελα
στα πόδια μου απλώθηκε ζεστή πνοή
κι ήσουν πιο κει εσύ
στα χέρια κρατούσες της εστίας τη μηχανή
καθόριζες βάθη και ζενίθ
στην παραλία που τη λέγαμε Λιβάδι.
Σ’ έβλεπα προσηλωμένο
άκουγα να τρέχει το νερό στ’ αυλάκι
κρύο νερό και δίψαγα
με το σώμα σε στάση ύπτια
κι είχα φυτέψει στην κοιλιά μου μιαν ελιά
να ρίχνει τη δροσιά της στα πιο απόκρυφα σημεία
εκεί στου βράχου την επιφάνεια τη λεία
περάσαμε και φύγαμε χωρίς επιστροφή.
Το φιλμ είπες έχει καεί
έμεινε μόνο στο χαρτί
των σκιών μας η αποτύπωση.
Ο ΘΕΡΙΣΤΗΣ
Στις μικρές πόλεις τα βράδια
όταν ο θεριστής έχει αποσυρθεί
στης στοάς το πιο εσώτερο δώμα
βγαίνουν οι κοπέλες ντυμένες με τα ρούχα
του ταφτά, τα πιο ακριβά, φορούν αρώματα.
Ισορροπούν με δυσκολία
πάνω σε ψηλά καλάμια, ο αέρας φυσά,
τα καλοκαίρια, όταν όλα είναι έξωμα
στήνεται το γλέντι, συγγενείς, πεθερικά
αρχαία ψάλλουν χορικά στη μέση της πλατείας,
τα ντέφια κρατούν τον ρυθμό
Ιωνικό, Βαλκανικό, δεν έχει εξάλλου σημασία καμία.
Ρέει της μέθης η πηγή και συνήθως ένα παιδί, το πιο νεαρό,
που το λένε Ευάγγελο καλείται να σύρει το χορό.
Στις μικρές κοινότητες, τις νύχτες χωρίς άστρα,
με κομμένο το ηλεκτρικό
λάμπουν παλλόμενα κεριά
πέντε ζάλες συγκαθιστές κοιτάζονται στα μάτια.
Πριν ξυπνήσει ο θεριστής, πριν κοπούν τα στάχυα.
ΠΝΙΓΜΕΝΟΣ
Τρεις φορές ζητήσαμε από τον αναίσθητο να ανανήψει.
Την πρώτη του αφήσαμε στα πόδια
εσπεριδοειδή
του κρατήσαμε ψηλά το κεφάλι
γύρω του μαζεύτηκαν παιδιά, γλάροι
η άμμος ήταν υγρή, είχε γεύση όξινη στα χείλη.
Τη δεύτερη του φέραμε την κόρη
που θυσίασε μια μαύρη αυγή
την είχαμε κλείσει σε κλουβί
-η μεταφορά και η συντήρηση μάς κόστισε πολύ ακριβά-
Από τις βορινές πλαγιές
που χτύπαγε αλύπητα ο αέρας
ένα κομμάτι πάγου μάς κοίταζε με τα μεγάλα μάτια
κι ήρθε κι έλιωσε πάνω του όπως η μεγάλη
Ενοχή
έσταζε παραδόξως αγάπη η πληγή.
Την τρίτη φορά ήρθαν οι ειδικοί.
Έδιωξαν τα ξόανα, τα μάγια, τα παιδιά
τον αναποδογύρισαν Ανδρείκελο να φύγουν τα υγρά
πριν τον απομακρύνουν από την παραλία.
Είναι πνιγμένος χρόνια τώρα
είπαν με ύφος επίσημο
όπως αρμόζει σε τιμώμενο νεκρό
τυλίγοντας με το πανί της λήθης προσεχτικά
τη μαχαιριά
Αυτά είναι ζητήματα λεπτά.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Σοφία Περδίκη γεννήθηκε, ζει και εργάζεται στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στη σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών «Βακαλό» και στη Σχολή Καλών Τεχνών «Lʼ École des Beaux-Arts de Saint-Étienne».
Το εικαστικό της έργο έχει παρουσιαστεί σε ατομικές καθώς και σε πλήθος ομαδικών εκθέσεων.
Από το 2010 είναι μέλος του Συλλόγου Καλλιτεχνών Εικαστικών Τεχνών Βόρειας Ελλάδας (ΣΚΕΤΒΕ).
Ποιήματά της δημοσιεύονται στο διαδίκτυο.













Ωραία παρουσίαση, Tα ποιήματα έχουν μια σκηνοθετική αντίληψη που με κρατά ως αναγνώστη σε εγρήγορση, νομίζω οτι είναι ένα χαρακτηριστικό που μοιράζονται αυθόρμητα αυτοί που παραμένουν ποιητές. Τα εικαστικά προσθέτουν στην μυσταγωγία. Γεια σου Μάο ιέρεια των μυστηρίων της Ποίησης.
Εικόνα και Λόγος από κοινή, γνήσια πηγή Τέχνης υψηλού επιπέδου. Είναι νομίζω σπάνιο φαινόμενο εικαστικός και ποιητής να συνυπάρχουν στο ίδιο πρόσωπο με σχεδόν ισοδύναμες ποιότητες. Η Σοφία Περδίκη, επαρκής κατ΄αρχήν μύστης της Τέχνης, της ανταποδίδει επάξια τα ‘δώρα’, την ηδονή, που της χαρίζει.
ε συγκινούν τα ποιήματα της Σοφίας Περδίκη που κάθε φορά με εκπλήσσει, αν και το ήξερα πάντα ΄τι έχει τελέντο να γράφει από πολύ μικρό παιδί. Ακόμη κι όταν σχημάτιζε με οίστρο τις πρώτες της προτάσεις. Μετά το ταλέντο της στη ζωγραφική ήρθε κι αυτό της ποίησης. Μου άρεσαν και τα τρία ποιήματα, όμως το “Πνιγμένος” με άγγιξε ιδιαίτερα, όπως και ο αντίστοιχος πίνακας με τίτλο “Ο ξένος”.
Εξαιρετικά ποιήματα, θεσπέσιοι πίνακες. Η Σοφία Περδίκη, χαρισματική στο να αποτυπώνει μέσω της ποιητικής πένας και επάνω στον καμβά, κομμάτια του μεγαλείου της ψυχής της, μας δίνει τη δυνατότητα να απολαμβάνουμε μικρά και μεγάλα αριστουργήματα.