`

Το μπροστινό μου δόντι

Τα πρώτα μου τα δόντια, μόλις που κουνιόντουσαν,
ήθελα να μου φύγουν.
Τα κουνούσα μπρος-πίσω.
Τα γύριζα γύρω-γύρω
-σαν το κεφάλι στον Εξορκιστή-
Τα ξερίζωνα.
Κι ύστερα έφτυνα το αίμα.

Τώρα πια στον ύπνο μου,
το πιο συχνό μου όνειρο,
είναι πως πέφτουν από μόνα τους.

Μια νύχτα είχα δει πως μου είχαν πέσει όλα.

Μιαν άλλη, είδα ότι κουνιόταν το μπροστινό μου δόντι.
Πήγα να μιλήσω και μου έπεσε απʼ το στόμα.
Ήταν τεράστιο, κάτασπρο
σαν ενός κάστορα.

Μιαν άλλη νύχτα δεν έπεσε κανένα.
Αλλάξανε μορφή.
Οι κυνόδοντες μου.
Ήταν σχεδόν διάφανοι.
Πάνω τους είχαν ιερογλυφικά
από μπλε μελάνι.

Ξαφνικά
βγήκαν από μέσα τους
γλώσσες μικρές,
διχαλωτές.
Ξύπνησα ουρλιάζοντας.

Εκείνη την ημέρα ορφάνεψα.
Κι ας ζούνε οι γονείς μου.

Μια μέρα πέθανε το μπροστινό μου δόντι.
Νέκρωση είπε ο γιατρός χωρίς σαφή αιτία.
Κι ας μην έχω ούτε ένα σφράγισμα ακόμη.

`

*

Μοτίβα

Απελπιστικά
αγχωτικές συγχορδίες.
Ακολουθίες
δέντρων διακλαδώσεις.
Ηλεκτροφόρες
χημικές ενώσεις.
Αφορμές και αιτίες.
Μόνιμες απολογίες.
Σιωπηρές τελετουργίες
που απέραντα
πονάω.

`

*

Οι στίχοι είναι μεγάλα γουρούνια

Οι στίχοι δε θέλουνε παρέα.
Θυμίζουν μόνο· ποτέ δε θυμούνται.
Τρέχεις ξοπίσω τους
μήπως και τους προλάβεις.
Πέφτεις χάμω
και τρως τα μούτρα σου.
Κι ύστερα λένε τις γυναίκες άκαρδες.
Όσο και να φαρμακωθείς,
θα σκάσουν μύτη
όποτε τους καπνίσει.

`

*

Τετέλεσται

Θα τρίψω τα μάρμαρα
κι από τη σκόνη τους
θα φτιάξω ένα
λευκό χυλό.
Θα τον απλώσω πάνω
στο μελαμψό τους
πρόσωπο.
Θα τους πασαλείψω
όπου φαίνεται δέρμα.

Τι θα βρείτε πάλι να ξεχωρίσετε;

Θα πάρω τʼ ανασηκωμένα
καυλιά τους και θα τα γυρίσω
με δύναμη προς τα πίσω.
Θα ράψω τα υγρά μουνιά τους
την ώρα που τρίβονται
με δύναμη.
Κάθε προσπάθεια
παρά φύσιν έρωτα
θα αυτοκαταστρέφεται
σε 50 δευτερόλεπτα.

Τι θα βρείτε πάλι να ξεχωρίσετε;

Θα μαζέψω κάθε πολύχρωμη σκέψη
που τριγυρνάει αλήτικα στους δρόμους
και θα την κλείσω σε ευαγές ίδρυμα.

Καθαρά νύχια.
Καθαρές σκέψεις.
Καθαρά λόγια.
Απλά.

Έλα ψυχούλα μου εσύ.
Μικρή,
βρωμιάρικη
ψυχούλα μου.
Η μαμά θέλει, να σου δώσει
ένα φιλάκι.
Έφτασε η ώρα να πάμε
σπίτι.

Έφτασε η ώρα
να ξεχωρίσουνε
τα πράγματα.

`

*

Χαραυγή

Κοίταζα το μέλλον, πέρασαν οι μέρες.
Γνώρισα ένα φίλο, άνοιξαν οι πόρτες.
Σταμάτησα να γράφω.
Σταμάτησα να μάθω.

Μίλησε η φωνή μου.
Μίλησαν οι άλλοι.
Στον αέρα, ψάξε, τον μύθο των ανθρώπων
Ρώτησε τη μέρα, προτού αυτή να έρθει.

Ρώτησε τη μέρα.

Έμαθα για όσους το βουνό περάσαν· μου φανήκαν ξένοι.
Νίκησαν τα χρόνια, τον ήλιο που ανατέλλει.
Εδώ μένει σκόρπιος, ο φόβος των ανθρώπων.

Εδώ μένει ο φόβος.

Σε οθόνες βλέπω το πόνο της ψυχής τους.
Κλαίω εγώ για εκείνους.
Κλαίνε αυτοί για μένα.

Μη ρωτάς τη μέρα, τι μας περιμένει.
Έφτασε η μέρα, την πόρτα να σου δείξει.
Μη ρωτάς τη μέρα, τι μας περιμένει.
Ήρθε το σκοτάδι· καιρός να ξημερώσει.


`

*

Βουκολικές ανησυχίες

Θα πάρω τη δέμπλα
να τινάξω από πάνω σου
όλα τα πρέπει και τα μη.
Θα σουσουρεύω
στα όνειρά σου
κάθε νύχτα.
Κι όταν σε πιάνει η νύστα
θα παραφυλάω το χασμουρητό σου
με τη γλώσσα μου.
Μη με μορώνεις άλλο.
Το ξέρω,
πάλι τα σκάτωσα.
Έτσι είμαι εγώ.
Μπιτ για μπίτνικ.