`
Ουλή
Δεν είναι ουλή
ο ανυποψίαστος χορός του υδροβάτη
επάνω απʼ του Αρχιπελάγου τʼ άλας.
Σχεδόν αόρατο, το ελάχιστο,
φως που χάνεται
η βάση της ουράς του•
καθώς τα χέρια μας
ζητούν το καθαρό γλυκό νερό
αγγίζοντας κινστέρναις από χόβολη.
Κι ούτε νερό,
ούτε ανταπόκριση αντιλάλου
στις κραυγές μας.
`
****
Ιδιωτεία
Θολά σκαρφαλώσαν τʼ ανθρώπινα ψέματα
πλαγιές κατακτώντας, απέμειναν στείρες.
`
****
Παύση
Η ημέρα δεν υπάρχει.
Ποτέ της δεν υπήρξε
ή ίσως ήτανε ο αναχωρητής
που λεηλάτησε τα πάντα•
φωνές ανθρώπων στον ορίζοντα,
κάποτε ενώθηκαν στον άνεμο.
Ματαιότητα
νά ʽχεις την πίστη
μέσα απʼ το κέλυφος μιάς σκέψης
ολόκληρος ο κόσμος πως θα ξεδιπλωθεί.
Δέος μίας νιφάδας από χιόνι
πριν ακουμπήσει
τα παγωμένα ύδατα του ωκεανού
κι αναιρεθεί
απʼ το στοιχείο
που γέννησε την ίδια.
`
****
Ο Ξένος
Η ανθρωπότητα πάντα είχε μία θέρμη
καμωμένη από θηριωδία
– τόσο οικεία.
Φυσιογνωμία ενός νεκρού προσώπου, τεμαχισμένου,
γεμάτου χαρακιές• να στρέφονται
όπου επιτάσσουνε οι ανάγκες κάθε εποχής
– λένε.
Αφήστε με να δω το πρόσωπο, γνωρίζω αυτόν τον ξένο.
Γνωρίζω τη θηριωδία άλλοτε ως ευνοημένος
κι άλλοτε αδικημένος στον κόσμο αυτόν.
Το ξέρω, είναι νεκρός στην μέρα την κλητή
όμως δεν καταδέχεται να ξαποστάσει.
Περπάτησε μίλια σκοτάδι για νʼ αγραυλά
στην εύφορη πεδιάδα που λατρέψαμε•
εκεί, μονάχα εμείς, δεν ρίξαμʼ ένα βέλος σκέψης.
Το ξέρω πως γιʼ αυτόν δεν ήτανε πεδιάδα
ήταν λωρίδα σε βουνοπλαγιά
και το τραγούδι που ονειρεύτηκε
ακόμη χάνεται ανάμεσα στα δέντρα•
σʼ ένα παλιό πυκνό της δάσος.
Στάθηκα ανάμεσα στα φορτωμένα δέντρα,
τόσοι πολλοί καρποί
– σαπίζουνε στην αφθονία!
Κλείστε τα μάτια του νεκρού.
Σʼ αυτόν τον κόσμο, λείπει η σοφία δίχως όραση.
Λείπουν κι οι γνώσεις ενός δούλου.
Δείτε, κάτω απʼ το στόμα του,
τα γένια πλέκουνε μιά προσευχή
ολόκληρη σοδιά στα χρόνια.
Τί ωφελεί ακόμη κι αν γνωρίζουμε καλά
τους έμπορους της εποχής;
Αυτοί ζητούν να κρύβονται στο καταφύγιο μιάς εικόνας
κι εμείς πιστά ακολουθούμε σʼ ένα κοινό πεδίο,
βαδίζοντας μίλια σκοτάδια μέσα μας για να ξενιτευτούμε
από της ανθρωπότητας το πιο πλατύ κατάστρωμα,
μιά αρχαία αγορά• κι ενώ είναι βυθισμένη,
ακόμη ταξιδεύει.
Είναι αργά,
μα ο άνεμος υπάρχει και ελπίζει
γλυκαίνοντας το ιδρωμένο μέτωπο.
Περπάτησε μίλια σκοτάδια
με μόνη συντροφιά τη σκέψη μίας μάνας.
Το μενταγιόν, ο κόμπος στον λαιμό της,
να την αλυσοδένει, να την πνίγει,
ό,τι απέμεινε απʼ το παιδί της.
Στʼ αλήθεια,
γνωρίζω αυτό το πρόσωπο.
Είνʼ όμοιες οι χαρακιές του πρόσφυγα
μʼ αυτές στα σπλάχνα της φυλής μου,
καθόρισαν τη σκέψη μας.
Γιʼ αυτό και υποκλίνομαι με σεβασμό
σʼ ενός νεκρού την πιο βαθειά αγωνία.
Πλύντε, αλείψτε τον με μύρο και τυλίξτε τον, σε σάβανα λευκά.
Απόψε έφυγε ένας από εμάς,
για το μακρύ ταξίδι.
`
*******************************************************
Ο Νικόλαος Στουδίτης γεννήθηκε στην Πιερία το 1980. Σπούδασε επικοινωνία και διεθνές εμπόριο, διοίκηση επιχειρήσεων, διεθνής οικονομικές και πολιτικές επιστήμες σε πανεπιστήμια της Αγγλίας και της Αυστραλίας. Έχει εργαστεί στο οικονομικό τμήμα Βρετανικού δημόσιου οργανισμού, καθώς και σε όμιλο επιχειρήσεων με αντικείμενο το διεθνές εμπόριο και έδρα το Μπαχρέιν της Μέσης Ανατολής.











Ωραια ποιηματα,ειδικα ο Ξενος με αγγιξε, ειναι αξιολογο.Συγχαρητηρια!
Πολυ ωραια δουλεια!!
Ο “Ξενος” και η “Παυση” ειναι εξαιρετικα!!
Συγχαρητηρια!!
O xenos Kai idiotia ebneoun Kai sinarpazoun. Sigxaritiria Kai Eliza na sinexisis
Ωραία ποιήματα. Γραφή πολλά υποσχόμενη. Συγχαρητήρια!
Συγχαρητήρια Νίκο. Έχεις ήδη διαβεί το πρώτο σκαλί!