Αφιερώνεται στις έγχρωμες φίλες μου,
τους αξέχαστους παραδεισένιους ανθρώπους:
Ακολέ, Ακόσια, Τιόκο, Ντζόγιο, Να-Μπάντου.
Ο ΕΠΙΣΤΑΤΗΣ
Στην είσοδο του ζωολογικού κήπου, με το σκούρο κιγκλίδωμα και τις σκονισμένες καλαμιές,
υπήρχε ένα ελβετικό σπιτάκι, καστανού χρώματος και λουστραρισμένο, που ψηνόταν
στον απογευματινό ήλιο. Μπροστά καθόταν ο Κλαρκ κι έτρωγε ένα αχλάδι. Πουλούσε
εισιτήρια, κίτρινα τα κανονικά και σκουροπράσινα τα μειωμένα για συλλόγους,
στρατιωτικούς και τακτικούς επισκέπτες. < <Τα παιδιά δεν πληρώνουν>> έλεγε, σα να
ήθελε να πει : < <Δρόμο, εξαφανιστείτε, είστε ασήμαντοι…>> Ένα μικρό κλουβί δίπλα
στο νοτισμένο ελβετικό σπιτάκι φιλοξενούσε δυο σκιούρους. Το πάτωμα ήταν γεμάτο
ψίχουλα και ζάχαρη.
Ένας νεαρός επιστάτης με ένα αγόρι κι ένα κορίτσι είπε: < <Στενόμυαλοι άνθρωποι.
Μόνο φρούτα τρώτε! Θα δείτε σε λίγο>>. Κι έδωσε ένα μικρό ροδάκινο στους σκιούρους.
Οι σκιούροι κάθονταν στα πισινά τους πόδια και τρώγανε.
Το κορίτσι κοιτούσε τον επιστάτη με σεβασμό, όπως άλλωστε κι όλοι οι άλλοι γύρω του.
< <Να μου θυμίσεις Φορτουνατίνα να σου διαβάσω αύριο από το βιβλίο του Μπρεμ
για τις ζωντανές λιχουδιές των ιαγουάρων της Βραζιλίας. Αυτοί οι δυο σκιούροι βρίσκονται
στο λιμάνι της ζωής. Αλλά ψωμί και ζάχαρη! Δεν είναι δα και πίθηκοι>>.
Μετά πλησίασε τις αρκούδες που κινούνταν με το δικό τους ιδιαίτερο τρόπο και μύριζαν
άθλια. Οι επισκέπτες τις ανάγκαζαν να κινούνται διαρκώς.
< <Περιμένετε>> είπε ο επιστάτης και τους έριξε ένα ψωμάκι. Τότε μια αρκούδα όρμησε
με την κοιλιά.
Στο κλουβί με τη λέαινα η Φορτουνατίνα στήριξε τους αγκώνες στα ξύλινα κάγκελα
και κοιτούσε επίμονα. Η λέαινα τριγυρνούσε πάνω κάτω, γλιστρώντας πάνω στο
υγρό λίθινο δάπεδο, σαν κάτι να πλησίαζε στα κρυφά. Αχ, τι άραγε;
Ο επιστάτης στεκόταν πίσω μαζί με το αγοράκι που επέμενε να προχωρήσουν:
< <Μια λέαινα, τι βλέπουμε! Φυλακισμένη είναι…>>
Ο επιστάτης έμενε ακίνητος.
< <Η Φορτουνατίνα και η λέαινα…>> σκέφτηκε. Ούτε που ήξερε τι σήμαινε,
τι νόημα είχε αυτή του η σκέψη. Ένιωθε σα να πρόκειται για μια μπαλάντα που
κανείς δεν έχει γράψει ακόμα. Εδώ είναι η μπαλάντα, απλά χρειάζεται να τη γεννήσει
κάποιος ποιητής, να τη ζωντανέψει. Ήδη υπάρχει στο μυαλό κάποιου, πιέζει να βγει
στο φως, θέλει να γίνει τραγούδι…Η Φορτουνατίνα και η λέαινα!
Ο επιστάτης στεκόταν ήρεμα στο ίδιο σημείο. Το κοριτσάκι στριφογύριζε, κοκκίνιζε,
γελούσε αμήχανα, ήταν έτοιμο να προχωρήσει.
< <Δεν είναι δα ντροπή να ονειρεύεσαι πως κάνεις παρέα με ζώα>> σκέφτηκε
ο επιστάτης κι άπλωσε τα όμορφα πατρικά του χέρια στους ώμους του παιδιού.
Η Φορτουνατίνα ονειρευόταν: < <…ξαφνικά μες στα μεσάνυχτα αντηχεί ένα ουρλιαχτό,
κι αμέσως τραντάζεται όλη η φύση. Ένα χτύπημα με την πατούσα, ένα μοσχάρι πέφτει.
Ξέρουμε ότι…Αφρική, Αφρική. Ψυχραιμία, αποφασιστικότητα μέχρι την τελευταία στιγμή
είναι για τον θαρραλέο κυνηγό…>>
Έριξε μια ματιά στον επιστάτη. Όμως αυτός φορούσε μια φαρδιά φόρμα, γκρίζο μπουφάν
και μικρό τσόχινο καστανό καπέλο. Κρατούσε μπαστούνι με χερούλι από κέρατο ελαφιού,
και φορούσε ματογυάλι με χρυσή επένδυση. Θα έπρεπε να είναι ντυμένος με κίτρινα
δερμάτινα ρούχα. Θα έπρεπε δίχως άλλο να φοράει περικνημίδες.
Συνέχισαν να περπατάνε.
Ακούσανε ήχους από σιδερένιες καστανιέτες, υπόκωφους ήχους από ξύλινα τύμπανα,
από μπρούτζινους κρίκους.
Έφτασαν στο σημείο όπου χόρευαν οι Ασάντι.
< <Συγκοπτόμενοι ρυθμοί>> είπε ο επιστάτης < <ακούτε; τα τα τατατα τα τα τατατα…>>
< <Όπως τα αλωνιστήρια σε μας>> είπε το αγόρι.
< <Πολύ σωστά>> είπε ο επιστάτης < <συγκοπτόμενοι ρυθμοί>>.
< <Πράγματι, όπως τα αλωνιστήρια>> είπε η Φορτουνατίνα.
< <Ή όπως ο θόρυβος που κάνει το σιδηροδρομικό βαγόνι στο έδαφος>> είπε το αγόρι.
< <Πράγματι όπως αυτός>> είπε ο Φορτουνατίνα < <θα έπρεπε να παίζουν μουσική
με αληθινά εργαλεία>>.
< <Μπράβο Φορτουνατίνα>> είπε ο επιστάτης.
< <Για αυτούς είναι σίγουρα μουσική>> είπε το αγόρι.
< <Δεν χρειάζονται τέτοιες διακρίσεις ανάμεσα σε εμάς και σε αυτούς. Αυτοί, αυτοί.
Τι νόημα έχει. Πιστεύεις πως πρόκειται για εξωτικά ζώα; Επειδή αυτή η χαζή φυλή
βρίσκεται εδώ και χορεύει; Γιατί; Μήπως επειδή η επιδερμίδα τους έχει περισσότερα
κύτταρα μελανίνης; Τα κορίτσια αυτά σίγουρα είναι καλά και όμορφα. Έλα εδώ μικρή.
Πως σε λένε;>>
< <Τιόκο>>.
Ο επιστάτης πήρε το χέρι της Τιόκο και το ακούμπησε στο χέρι της Φορτουνατίνας
που κοίταξε αμήχανα. Μετά έβγαλε απ’ τη τσέπη ένα κολιέ με λευκές γυάλινες χάντρες
και χρυσό κούμπωμα και το χάρισε στη Τιόκο.
< <Που το βρήκατε αυτό;>> ρώτησε το αγόρι, καθώς έδινε το κολιέ στην Τιόκο.
< <Που άραγε, που;>> απάντησε ο επιστάτης.
Λίγο μετά είπε το αγόρι: < <Ήσασταν πολύ καλός και γλυκός με την Τιόκο. Πιστεύετε
πως το ίδιο ήταν και η Τιόκο μαζί σας; Το αντίθετο ακριβώς>>.
Ο επιστάτης τον κοίταξε σα να του έλεγε: < <Ανόητε, αυτή είναι όλη η λύση του αινίγματος
στη μπερδεμένη ζωή μας>>. Όμως είπε κάτι άλλο: < <Φορτουνατίνα, η Τιόκο δεν ήταν
καλή, γλυκιά και τρυφερή; Να λοιπόν! Μας φέρθηκε σα να ήμασταν πολύτιμοι για αυτή
την ίδια, δεν άφηνε το χέρι σου. Και τι χαρά που έκανε με τις γυάλινες χάντρες.
Και γενικότερα. Αυτή η αγνότητα, αυτή η υπέροχη αστραφτερή και δροσερή επιδερμίδα,
τα φιλντισένια δόντια, τα τρυφερά χέρια και πόδια, οι αριστοκρατικές κλειδώσεις!>>
Το αγόρι σκέφτηκε: < <Έτσι λοιπόν. Αγόρασε τις χάντρες για αυτή>>.
Τη στιγμή του αποχαιρετισμού η Φορτουνατίνα είπε: < <Τιόκο, σ’ αγαπώ>>.
Το αγόρι σκέφτηκε: < <Η Φορτουνατίνα είναι υπερβολική, με όλα>>.
Ο επιστάτης φίλησε τη Τιόκο.
Η Φορτουνατίνα ένιωσε: < <Όλα είναι απαλά, η Τιόκο, η φτωχή λέαινα, ο επιστάτης.
Όπως στον παράδεισο, άνθρωποι και θηρία…>>
Το αγόρι είπε: < <Πόσο κόστισαν οι γυάλινες χάντρες; Πως και είχατε τις ίδιες;
Πείτε μου!>>
< <Πως και γιατί; Ανοίγεις την καρδιά του άλλου με κλειδί που ταιριάζει>>.
Το αγόρι σκέφτηκε: < <Είναι πολύ απλό, τον ενδιαφέρει η Τιόκο>>.
Η Φορτουνατίνα ένιωσε: < <Θα ‘θελα να κλάψω για την Τιόκο, για τη λέαινα, για όλα>>.
Στην έξοδο, οι σκιούροι κάθονταν μες στο κλουβί και οι στενόμυαλοι επισκέπτες
τους έριχναν ψωμάκια και ζάχαρη. Στο καστανόχρωμο λουστραρισμένο ελβετικό
σπιτάκι καθόταν ο Κλαρκ και πουλούσε εισιτήρια, κίτρινα τα κανονικά και σκουροπράσινα
τα μειωμένα για συλλόγους, στρατιωτικούς και συχνούς επισκέπτες.
< <Κουράστηκες Φορτουνατίνα;>> ρώτησε ο επιστάτης.
< <Λιγάκι…>>
< <Τότε, ας κάτσουμε…>>
Κάθισαν σ’ ένα παγκάκι. Τριγύρω γρασίδι και συστάδες δέντρων. Ένιωθαν μια
ευχάριστη ηρεμία, έσκυψαν το κεφάλι κι οι τρεις μαζί. Ο επιστάτης έβγαλε απ’ τη τσέπη
ένα κολιέ με λευκές γυάλινες χάντρες και χρυσό κούμπωμα. Το έβαλε γύρω απ’ το λαιμό
της Φορτουνατίνας.
Το κορίτσι σήκωσε ψηλά το κεφάλι απ’ τη χαρά του. Παραδεισένια χαρά.
Σιωπή απλώθηκε.
Το αγόρι ένιωθε αμήχανα.
< <Το γρασίδι μοσχοβολά>> είπε ο επιστάτης.
Ανάπνευσαν όλοι βαθιά το γλυκό άρωμα που ανέδυε η γη από τα υπέροχα πνευμόνια της,
για την ακρίβεια από τους πόρους του δέρματός της.
< <Τι θα κάνει η Τιόκο το βράδυ;>> ρώτησε το κορίτσι.
< <Θα καθαρίσει για τον Κλαρκ που τον συναντήσαμε στο ταμείο, ρούχα και παπούτσια,
θα στρώσει τα κρεβάτια, θα βάλει νερό στα πλυντήρια>>.
< <Νόμιζα πως είναι κόρη βασιλιά!>>
Ο επιστάτης φίλησε απαλά τα χρυσαφένια της μαλλιά.
< <Έχω ένα στολίδι βασιλικό>> ένιωσε το κορίτσι < <σαν τη λαίδη Ντάντλεϊ, τέσσερις
σειρές από άψογα μοναδικά μαργαριτάρια, ανεκτίμητα, ίσως δυο εκατομμύρια…>>
Το υγρό χορταρένιο έδαφος της νύχτας χάριζε την αχνή ομιχλώδη δροσιά του στους
κουρασμένους επισκέπτες που κάθονταν στα παγκάκια του κήπου, στα ζευγαράκια
σε απόμερες γωνιές, που λαχταρούσαν σκοτάδι και ησυχία. Οι συστάδες των δέντρων
μοιάζανε με σύννεφα στου γρασιδιού το στερέωμα.
Στον κήπο, η Κιότο τρέμει, ρίχνει ένα λεπτό κίτρινο τσίτι στα υπέροχα καστανόχρωμα
στήθη της που αναπνέουν συνήθως μες στην ομορφιά και την ελευθερία, όπως το
θέλησε ο θεός, χαρίζοντας στο βλέμμα ευγενικών αντρών μια εικόνα κοσμικής
τελειότητας, το ιδεώδες της ακμής και της δύναμης. Μετά κάθεται σ’ ένα μικρό
ξύλινο σκαμνί και καθαρίζει πατάτες για τη σούπα.
< <Τι να κάνει άραγε η Τιόκο;>> σκέφτηκε το παιδί στο παγκάκι.
Ο επιστάτης του κρατά το χέρι, με αυτά τα όμορφα πατρικά του χέρια…
< <Πάμε…>> είπε το αγόρι < <είναι πολύ βαρετά κι έχει κρύο. Η Φορτουνατίνα
θα συναχωθεί όπου να ‘ναι>>.
< <Μην χολοσκάς, εντάξει, σε παρακαλώ…>> είπε ο επιστάτης.
Περπάτησαν σιωπηλά κι αμήχανα για το σπίτι.
Στο δρόμο είπε το κοριτσάκι στον επιστάτη: < <Μπορεί και να συναχωνόμουν…
Κρατάτε κακία στον Όσκαρ;>>
< <Καλό, γλυκό μου κορίτσι>> είπε ο επιστάτης και πήρε το χεράκι της και το
ακούμπησε στην καρδιά του.
`
***********
ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ
< <Έχει κρύο και υγρασία, Τιόκο. Παντού λιμνούλες. Είσαι γυμνή.
Τι είναι αυτά τα λεπτά λινά φορέματα; Τα χέρια σου είναι κρύα, Τιόκο.
Θα σου τα ζεστάνω. Χρειάζεσαι τουλάχιστον βαμβακερή φανέλα,
όχι τέτοια ρούχα>>.
< <Δεν επιτρέπεται να φοράμε ρούχα, κύριε, ούτε παπούτσια,
τίποτα, ούτε μαντήλι στο κεφάλι. Ο Κλαρκ λέει: βγάλε το,
βγάλε το. Την κυρία παριστάνεις;>>
< <Γιατί δεν επιτρέπεται;>>
< <Πρέπει να δείχνουμε άγριοι, κύριε, απ’ την Αφρική. Είναι παλαβό
τελείως. Δεν είμαστε έτσι στην Αφρική. Όλοι θα γελούσαν. Σαν
άνθρωποι των θάμνων, ναι, τέτοιοι. Κανείς δε ζει σε καλύβες
σαν αυτές. Μόνο τα σκυλιά. Εντελώς ανόητο. Θέλουν να μας βλέπουν
σαν ζώα. Τι εννοείτε, κύριε; Ο Κλαρκ λέει: Ε, τέτοια θεάματα
υπάρχουν στην Ευρώπη αρκετά. Τι χρειάζεστε εσείς; Φυσικά
και πρέπει να κυκλοφορείτε γυμνοί>>.
< <Μα θ’ αρρωστήσετε, θα πεθάνετε…>>
< <Ω, κύριε, τα βράδια στις καλύβες βάζουμε αναμμένα κάρβουνα
μέσα με μεταλλικά δοχεία. Ω, τι ωραία ζέστη! Και η Μονάμπο
είναι ζεστή και την αγκαλιάζω. Και η Ακολέ και η μικρή Ντεντέ
ζεσταίνονται τα βράδια. Ίσως βγει ο ήλιος αύριο. Τότε θα ‘ναι
καλά για την Τιόκο>>.
< <Τιόκο…!>>
< <Κύριε…;>>
< <Τιόκο…>>
< <Πιστεύεις, κύριε, πως αύριο θα βγει ο ήλιος;>>
< <Το ελπίζω>>.
`
***************
ΟΙ ΚΑΛΥΒΕΣ (το βράδυ)
Η καλύβα του αρχηγού: από τρία καρφιά στον τοίχο κρέμονται τρία
ρολόγια τσέπης, ένα χρυσό, ένα ασημένιο, ένα νικελένιο. Ο αρχηγός
κάθεται σ’ ένα ράντζο και παίζει με μια φυσαρμόνικα μινόρε ακόρντα.
Σε μια μικρή ανοιχτή βαλίτσα βρίσκεται ένα λευκό κοστούμι.
Η μαντάμ Γιαμπόλε Ντομέι καπνίζει μια μικρή πίπα κι ακούει τον άντρα της.
Η καλύβα του χρυσοχόου Νοτέι: εδώ κοιμούνται τα παιδιά, Άγκο (3/4 χρόνων),
Ταϊβία (4 χρόνων), Ακουόκο και η μικρούλα Ακολέ. Η καλύβα του
χρυσοχόου Νοτέι…παλάτι της ομορφιάς, παράδεισος της ειρήνης.
Τέσσερις ανάσες, σαν συγχορδίες του λυτρωμένου κόσμου.
Η καλύβα των παρθένων: η μεγάλη Ακολέ, η Ντζόντζο, η Μονάμπο,
η Ασόν, η Τοόκο, η Ακόσια. Εδώ κουρνιάζουν τα βράδια σα βατράχια,
γύρω από ένα κεράκι στο πάτωμα, τρώνε, ησυχάζουν, καπνίζουν
ένα καλό τσιγάρο, τραγουδάνε γλυκά και σιγανά, αλείφονται με
φοινικέλαιο, κοιτάζονται σε μικρά ραγισμένα καθρεφτάκια, κουνάνε
το κορμί τους τρυφερά και χορευτικά, γυμνές από τη μέση και πάνω,
γελάνε οι ελεύθερες χαρούμενες ψυχές τους, κρεμάνε με τάξη
τα κολιέ τους σε καρφιά στον τοίχο, ζηλεύουν την Τιόκο για τα
7 κολιέ της (2 με ανοιχτοπράσινες ρομβοειδείς χάντρες, 1 με
κόκκινες ρομβοειδείς χάντρες, 2 από γρανάτη, 1 από κεχριμπάρι,
1 γαλλικής απομίμησης), ξετρελαίνονται για τις πράσινες χάντρες
και τον γρανάτη, ξαπλώνουν στο σκληρό έδαφος, σβήνουν το
θαμπό κεράκι, τραγουδάνε λίγο ακόμα, αποκοιμούνται.
Αυτή είναι η καλύβα των παρθένων.
Η καλύβα των νεαρών κυρίων είναι άδεια. Το βράδυ οι νεαροί κύριοι
πήγαν στην πόλη. Πότε θα επιστρέψουν; Τι θα δουν; Κανείς δεν το ξέρει.
Η καλύβα των νεαρών κυρίων είναι άδεια.











Eνδιαφέρον κείμενο. Μια τυπογραφική παρατήρηση, κάπου η Τιόκο έγινε Κιότο. Και μια ακόμα: το γλυκό άρωμα που ανέδιδε η γη, και όχι ανέδυε.
… τα ψηφιδωτά του ιερού Δαφνίου ανέδυαν ακόμη το χνώτο της αρχαιολογίας…
Παραπομπή στην Πύλη για την Ελληνική Γλώσσα.
Υπάρχει το αρχαιοελληνικό ρήμα αναδύνω (βγαίνω στην επιφάνεια), αμετάβατο, το νεοελληνικό αναδύω, μεταβατικό, γιατί να είναι λάθος, αφού χρησιμοποιείται.
“γιατί να είναι λάθος, αφού χρησιμοποιείται.” Με το επιχείρημα αυτό καταστράφηκε η ελληνική γλώσσα.
Υπερβολές!
Σε προηγούμενη ανάρτηση για τον Άλτενμπεργκ υπάρχουν κάποια βιογραφικά στοιχεία. Μόνο να προσθέσω ότι το πολιτιστικό γεγονός στη Βιέννη το 1896 ήταν “ο πυρετός των Ασάντι”, 70 άτομα από τη Χρυσή Ακτή, σημερινή Γκάνα, που έζησαν για δυο μήνες στο ζωολογικό κήπο της Βιέννης. Σε αυτό το χρονικό διάστημα πουλήθηκαν πάνω από μισό εκατομμύριο εισιτήρια. Ο Άλτενμπεργκ γνωρίστηκε με τους Ασάντι και ένα χρόνο μετά έβγαλε μια μικρή συλλογή με 32 πεζοποιήματα.
Και κάτι ακόμα: οι φιλόλογοι συνήθως δεν εννούν να καταλάβουν ότι οι κανόνες της γλώσσας είναι περιγραφικοί και όχι ρυθμιστικοί, διαφορετικά δεν θα υπήρχε λογοτεχνία.
Ε, ναι… και συνεχίζοντας το προηγούμενο σχόλιο… αν δεν υπήρχε λογοτεχνία, δε θα υπήρχαν και φιλόλογοι. Καλή επιτυχία, κύριε Καρτάκη, στην παρουσίασή σας!
Kύριε Βουτυρόπουλε, δεν είχα πρόθεση να φανώ αγενής, εξ άλλου μου άρεσε η μετάφρασή σας. Αλλά και το “από ανέκαθεν” το χρησιμοποιούν πολλοί, είναι σωστό; Πού μπαίνουν τα όρια;
Κύριε Καρτάκη, σας ευχαριστώ για το “κορασίς”, με χαροποιεί λόγω ηλικίας και θα προσπαθήσω να μην προσβληθώ για την ειρωνεία εις βάρος του φύλου μου.
Κι εδώ σταματώ για να μη φύγουμε από το θέμα που είναι η λογοτεχνία και να μην αρχίσουμε έναν από τους βαρετούς, σχοινοτενείς και συνήθως επιθετικούς νεοελληνικούς διαλόγους.
Καλημέρα σε όλους.
Τα όρια στη γλώσσα, κυρία Σεϊζάνη, αλλά και γενικότερα στην ανθρώπινη δραστηριότητα υπάρχουν για να καταργούνται, αλλιώς θα ήμασταν ακόμη πάνω στα δέντρα, με 800 κυβικά εκατοστά εγκεφάλου, ευτυχισμένοι μέχρι την αιωνιότητα.
Έχω την εντύπωση ότι αν καταργηθούν όλα τα όρια της γλώσσας, θα ξανανέβουμε στα δέντρα.
Θα ήθελα, όμως, να σας ευχαριστήσω γι’αυτή την ανάρτηση γιατί είχα ακούσει κάποτε γι’αυτό το επεισόδιο με τους Ασάντι, αλλά δεν ήξερα λεπτομέρειες, χρονολογία κλπ.
Μακάρι να ξανανεβούμε, γιατί κάτω από τα δέντρα κυριαρχεί η βλακεία και η καταστροφή.
Την λογοτεχνία πολλοί αγάπησαν !
Τον λογοτέχνη ουδείς !!
Λατρεύω το όνομα Λητώ
Η γλώσσα μας είναι σε διαρκή νεκροφάνεια !!