`
Ανταποκρίσεις
Ανταποκρίσεις ονομάζω οργασμούς κυμάτων
που αγγίζουν ευλαβικά μύρα,
πρασιές της ανέμελης ζωής που ευωδιάζουν,
σκιρτήματα του νου που κάνουν κούνια,
αγνές καρδιές
αρνήσεις και καταφάσεις ψυχών
που ανοίγονται η μία στην άλλη
έτσι όπως σχίζονται οι ουρανοί.
Παλιά διάβαζα μόνο το άλφα, το βήτα και το ρω.
Τώρα διαβάζω ύμνους
– όχι αγγέλων –
κοράκια και καρακάξες έχουν πια αποκρυπτογραφηθεί.
Οι οργανισμοί
ξετρυπώνουν απʼ τις φωλιές τους
ανταμώνουν
σε μια κυκλική ενότητα
προμηνύουν
αυτό που έρχεται και δεν είναι άλλο
από ανάγλυφη βροχή
ως περιδέραιο σε ήλιο.
`
*
Απέραντο μωβ
Μικρό μωβ λουλούδι στην ακτή
των μυριάδων αποβατικών πλοίων
πετάει στη θάλασσα πετρούλες.
Ο δικός σου καρπός.
Η ηδονή να χειρουργείς.
Τα πέταλά του
διαγράφουν κίνηση
που ερμηνεύεται από φίλο γεωργό
αρχή άνοιξης με λίγη θλίψη.
Ανήμπορες οι λέξεις φλέβες να βρουν στα κρίνα.
Το νερό αδύναμο και
το λουλούδι
πάντα μωβ.
`
*
Παραίνεσις Αισώπου
Ένα κοπάδι πρόβατα είχε τόσο καιρό
συνηθίσει την αθωότητα.
Στεκόταν ατάραχο πριν από την σφαγή.
Ούτε ήλιος ούτε σκόνη εν ώρα βραδινή.
Μια η αμαρτία τους.
Συμμάχησαν μʼ ένα άλογο κι ένα μουλάρι
για να ρίξουν αβγά στην αλεπού.
Βαθιανασαίνει ο γητευτής ποιμένας.
Ανθίζει η φλογέρα κι εκχέει φως η κάπα του.
Ο μύθος θέλει τον λύκο να υπάρχει
για να θυμίζει στα πρόβατα την πτώση
κι εκείνος που απέδωσε δικαιοσύνη
λένε πως ήταν ένας Λέων.
Τα πρόβατα ωσάν λησταί εκ δεξιών
κατεβήκανε απʼ τον σταυρό.
Άλογο και μουλάρι ένεκα θαύματος προδόθηκαν.
Η αλεπού θρηνεί και χαίρεται συνάμα.
Ο λύκος κρατάει στα χέρια του τον Άδη
κι ο Λέων απʼ τον θρόνο του
περνά σε δόξα τον Σολομώντα
μιας κι έχει ψυχή από λουλούδια κόκκινων αγρών.
`
*
Μπαλάντα για τον ποιητή της διάρκειας
Γράφω
χωρίς να βλέπω γράμματα στο χαρτί.
Δεν γράφω ύμνους.
Δεν γράφω για να μελαγχολώ
αλλά για να θυμάμαι
εκείνο τον πρώτο λυρισμό
του ανεπαίσθητου φωτός
που έκαμε ακόμα και τους αφασικούς
σπονδύλους στην πλάτη
να υπομειδιούν στο νωχελικό γαργάλημα
της σάρκας της αθρυμμάτιστης από έρωτα.
`
*
Υλικά του κόσμου
στον Αλέξη Σταυράτη
Τεθλιμμένα αποσιωπητικά
οι κωπηλάτες
στην βάρκα σου.
Επισύναψε
τα ραπισμένα ωσαννά.
Να θες μονάχα τα Ουαί.
Έτσι θα πλάσεις
μʼ αυτά τα υλικά
τον κόσμο.
Και πάλι να θες
λοστρόμο να τον βγάλεις.











ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ ΔΟΥΛΕΙΑ. Ευχαριστούμε τον κο Αραβανή που την ανέβασε. Ο φίλος Αχιλλέας Κατσαρός ήμουν βέβαιος πως γνώριζε που πήγαινε.
Με το καλό κι από μένα σ’ αυτά τα δύσκολα χρόνια. Άντε να διαβάζουμε καλή ποίηση.