Εικοσι δύο τίτλοι απεστάλησαν φέτος στη στήλη τούτη από ποιητές και εκδοτικούς οίκους. Αναλυτικά:
1. Θοδωρής Καρατζίκος, Η Μελαγχολία Του Δαίμονα, Χαραμάδα
2. Βαγγέλης Κούτσης, Τοις «Κυνών» Ρήμασι Πειθόμενοι, Προμετωπίδα
3. Λεωνίδας Γαλάζης, Δοκιμές Συγκολλήσεως, Φαρφουλάς
4. Δημήτρης Στενός, Λείψανα Φόβου, Οδός Πανός
5. Ελένη Αρτεμίου-Φωτιάδου, Διμερής Συμφωνία, Μανδραγόρας
6. Χαρά Ναούμ, Άγρυπνες Αντιλόπες, Μανδραγόρας
7. Ηλίας Τσέχος, Τα Πλήθη Του Ενός, Κουΐντα
8. Χρήστος Μαρκίδης, Δράκων Κατήλθες, Τυπωθήτω
9. Τάσος Γαλάτης, Νυχτερινή Οξυγραφία, Τυπωθήτω
10. Λητώ Σεϊζάνη, Ο Προϊστορικός Λέων Της Κέας, Τυπωθήτω
11. Γιώργος Κεντρωτής, Ο Κόσμος Καρναβάλι, Τυπωθήτω
12. Τάσος Γαλάτης, Το Φως Του Κόσμου, Τυπωθήτω
13. Βασίλης Δασκαλάκης, Προσομοίωση, Ενδυμίων
14. Σωτήρης Ντανοβασίλης, Ψυχοτροπίες, Ιδιωτική Έκδοση
15. Δημήτρης Βραχιολάς, Το Ταξίδι Του Λεύκιππου, Ιδιωτική Έκδοση
16. Δημήτρης Γ. Παπαστεργίου, Furor Scribendi, Ars Poetica
17. Γιώργος Χριστοδουλίδης, Δρόμος Μεταξύ Ουρανού Και Γης, Φαρφουλάς
18. Γιώργος Γκανέλης, Ο Σκοπευτής Της Μνήμης, Στοχαστής
19. Χάρης Μελιτάς, Η Διαθήκη, Μανδραγόρας
20. Άννα Αφεντουλίδου, Ιστορίες Εικονικής Ισορροπίας, Γαβριηλίδης
21. Αχιλλέας Κατσαρός, Ιχνηλάτες Ανέμων, Ιδιωτική Έκδοση
22. Γιώτα Αργυροπούλου, Ποιητών Και Αγίων Πάντων, Μεταίχμιο
`
Ξεχώρισα δύο. Τη «Νυχτερινή Οξυγραφία» του Τάσου Γαλάτη και τη συλλογή «Ποιητών Και Αγίων Πάντων» της Γιώτας Αργυροπούλου.
`
`
`
Διαβάζοντας τη συλλογή του κ. Γαλάτη, από του μυαλού τʼ αυλάκια ανεσύρθη ένας διάλογος που είχα με τον ποιητή Κώστα Σοφιανό επί της βράβευσης της συλλογής «Ανιπτόποδες Και Σφενδονήτες» προ ετών. Ο κ. Σοφιανός εισηγήθηκε τότε στην επιτροπή των Κρατικών Βραβείων τη βράβευση της συλλογής του κ. Γαλάτη, δίχως, όμως, να έχει μελετήσει το σύνολο της ετήσιας ποιητικής βιβλιοπαραγωγής (όχι, οφείλω να σημειώσω, με δική του αποκλειστικά ευθύνη, δεδομένου ότι, για πρακτικούς λόγους, το εγχείρημα της πλήρους εποπτείας των ποιητικών εκδόσεων ενός έτους είναι δυσκολότερο απʼ ό,τι μπορεί κανείς να φαντασθεί). «Μα», είχα αντιτείνει, «πώς είναι δυνατόν να πραγματοποιείτε, κύριε Σοφιανέ, εισήγηση για μία διάκριση τέτοιας εμβέλειας αγνοώντας σημαντικό μέρος της ετήσιας βιβλιοπαραγωγής;». «Δεν ήθελα να αδικήσω τον Τάσο», αποκρίθηκε, «του οποίου η συλλογή ήταν καλύτερη και από αυτές που δε διάβασα». Παράλογη και αυτάρεσκη μου φάνηκε τότε η απόκριση του ποιητή, και εξακολουθώ, βεβαίως, να διαφωνώ κατακάθετα μαζί του, ωστόσο σήμερα καταλαβαίνω λίγο καλύτερα τον ενθουσιασμό του. Η «Νυχτερινή Οξυγραφία» είναι μακράν το καλύτερο βιβλίο που μου απεστάλη φέτος κι ίσως το καλύτερο από όλα όσα μου έχουν αποσταλεί τα τελευταία χρόνια στα οποία διατηρώ τη στήλη αυτή (σε επίπεδο παράλληλο θα έλεγα ότι βρίσκονται και οι συλλογές του ποιητή Νίκου Σκούτα που κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Κέδρος). Περισσεύουν οι αρετές στη «Νυχτερινή Οξυγραφία»˙ ευρυμάθεια, ωριμότητα, ενορατικότητα, ουσιώδης θεματαλογία και, κυρίως, ωραία ελληνικά (μέσα σε ένα τυχαίο δείγμα είκοσι τίτλων, τα ελληνικά του κ. Γαλάτη ξεχωρίζουν ωσάν τη μυίγα μες στο γάλα). Ο Τάσος Γαλάτης μπορεί να προβάλλει τη σοβαρότερη σκέψη πάνω στο πλέον ανεπαίσθητο γεγονός˙ ίδιον των μεγάλων. Η εκστρατεία του στις καθημερινές παραστάσεις πραγματοποιείται με οξύνοια και αρχοντιά. Η ατμόσφαιρα των ποιημάτων του, σε συμφωνία με τη διαπίστωση του Eliot, αρωματίζεται από ένα χρόνο αενάως παρόντα. Και ναι, ο χρόνος αυτός είναι αλύτρωτος, όπως αλύτρωτος στέκει κι ο ποιητής απέναντι στη φρίκη και τη θηριωδία του καιρού του. Ως αδυναμία μοναδική θα χρεώσω την «κατάχρηση» του υπαινιγμού˙ από έναν ποιητή των δυνατοτήτων και της ωριμότητας του Γαλάτη θα περίμενα συχνότερη την εμφάνιση των στίχων που θα θραύσουν τα οστά, των στίχων της έκπληξης, του αιφνίδιου ραγίσματος, του οξέος εγκεφαλικού.
`
[Από την ενότητα: «ΟΙ ΣΚΙΕΣ»]
ΤΟ ΑΡΡΗΤΟ
Παρόν είναι το άρρητο
πλησιέστερο κι από την ερημιά του Πακιστανού
που έχει απλώσει τις ευτέλειές του
στην τρίτη στάση Χολαργού˙
Με κυνηγούν νυχθημερόν
τα γεμάτα προσδοκία μάτια του
κάτι πρέπει να πάρω, τα χυδαία τιμαλφή
που μιμούνται τα αθάνατα πετράδια
όσα θάμπωσαν τους αλλοτινούς ποιητές
δεν μʼ αφήνουν ασυγκίνητο.
Αμέθυστοι, σμαράγδια και τοπάζια
μαργαριτάρια, κεχριμπάρια, διαμαντόπετρες
η χυδαία τους απομίμηση
δεν καταργεί το άρρητο
τα μάτια του ανέστιου μετανάστη
το διαβεβαιώνουν.
`
*
ΑΣ ΓΕΙΡΩ
Σαν τον ναρκομανή
που ψάχνει μάταια να βρει μια φλέβα
στο αφανισμένο του κορμί
κι όλη μέρα ζητιανεύει στα λεωφορεία και τον υπόγειο
λίγες πεντάρες για τη λυτρωτική του δόση,
Έτσι κι εγώ γυρεύω
σαν αστροπελέκι να χυθεί μέσα στο αίμα μου το έλεός
Σου
κι ας γείρω σαν όλα τʼ άλλα σου παιδιά
σʼ ένα παγκάκι της Ομόνοιας
ή στην τρομερή στοά που βγαίνει στη Λυκούργου.
`
*
ΤΟ ΜΗΔΕΝ
Και μη θαρρείτε ότι διαβάζετε ιστορία
είναι μονάχα οι τρόμοι μου, οι φαντασιώσεις μου
πιο αληθινές από την αλήθεια
λιγότερο φανταστικές από το θεό
πανάρχαιες σαν τον κόσμο μα πιο αληθινές από αυτόν
πιο πραγματικές από σας.
Πιο αληθινές από την αλήθεια
και πάντοτε λιγότερο από την Καλογραίζα
τα Πατσαβουρέϊκα, του Μουταλάσκη
ώσπου παύω να υπάρχω, παύουμε να ζούμε
είμαστε ο μολυσμένος αέρας που σκέπασε τις γειτονιές
μας
είμαστε το μηδέν.
`
****
[Από την ενότητα: «Ο ΜΑΥΡΟΠΟΔΑΡΟΣ»]
ΠΡΩΪ
Βγαίνοντας γύρω στις δέκα για την εφημερίδα
τον είδα ξαπλωμένο σʼ ένα παγκάκι
απέναντι από το Γενικό Κρατικό.
Δεν μπορεσα να διακρίνω τη μορφή του
ήταν πεσμένος μπρούμυτα,
πρόσεξα μόνο τις γυμνές πατούσες του
κατάμαυρες και ξεραμένες,
σαν παχύ στρώμα πετρωμένης καρβουνόσκονης οι φτέρνες του.
Διάβηκα τη λεωφόρο για το περίπτερο
κι όταν επέστρεφα τον ξαναβρήκα πάλι ακίνητο, σχεδόν
νεκρό.
Στάθηκα για λίγο παρατηρώντας τις πατούσες του
λες κι είχε περπατήσει πάνω σε κατράμι.
Κανένας δεν του έδινε σημασία
όλοι περίμεναν αδημονώντας το λεωφορείο τους
και τον κακό τους τον καιρό.
`
*
ΒΡΑΔΙ
Ήμουνα πάλι βιαστικός
Έπρεπε να φτάσω εγκαίρως στον ΑΘΗΝΑΙΟΝ˙
θέλω να βρίσκομαι στον κινηματογράφο
πριν αρχίσουν οι διαφημίσεις.
Ξαφνικά τρόμαξα,
κάτι σαν βρυχηθμός ακούστηκε, σαν βόγγος
και είδα να με πλησιάζει βρομερός και δολοφονικός,
έτσι θάρρεψα, μα εκείνος στάθηκε σμίγοντας τα χέρια
του
σαν να προσευχόταν στην εκκλησία, λες και ήμουν εικόνισμα
ένα ευρώ, ένα ευρώ μονάχα, είμαι Πολωνός
ενώ με τύλιγε η μπόχα του αλκοόλ.
Πήρε το νόμισμα κι έφυγε τρεκλίζοντας μαζί με τον
φόβο μου
μα εγώ έβλεπα μόνο τις γυμνές πατούσες του
μαύρες, καρβουνιασμένες σαν τον κατακαημένο το
Μωριά
πιο μαύρες κι από το καταραμένο τελευταίο καλοκαίρι.
`
*
ΙΣΩΣ ΡΩΜΙΟΣ
Σίγουρα δεν ήταν Πολωνός
η φάτσα του δεν πρόδινε παρόμοια καταγωγή
ίσως να ήταν Αλβανός ή Κούρδος, πιθανότατα Ρωμιός
με υποψίασαν τα εύηχα ελληνικά του
ναι Ρωμιός απʼ τον κατακαημένο τον Μωριά
εκεί μαύρισαν οι πατούσες του.
Μεσάνυχτα και κάτι
λέω να κατέβω, να του δώσω τα κλειδιά μου
κι εγώ να πάρω τη θέση του στο παγκάκι
δεν θα κακονυχτήσω δα
το καταραμένο καλοκαίρι κρατάει
ο Μωριάς φλέγεται ακόμα
μα πάλι λέω, μάλλον δεν είναι Ρωμιός, Έλληνας δεν
είναι
πέστε μου είδατε πουθενά κανένα Έλληνα
σ΄ετούτο το καταραμένο καλοκαίρι
υπάρχουν ακόμη Έλληνες;
`
*
ΤΟ ΑΔΕΙΟ ΠΑΓΚΑΚΙ
Σάββατο πρωί διασχίζοντας τη λεωφόρο
πάλι για τις εφημερίδες και τις προσφορές τους
δεν τον βλέπω στο παγκάκι του˙
ίσως διάλεξε κάποιαν άλλη στάση
για να εξοικονομήσει την τενεκεδένια μπίρα του.
Με κυνηγάνε οι τύψεις
έπρεπε να του φανώ πιο γενναιόδωρος
πόσο έχω καταντήσει αισθηματικός
αφού καλά το ξέρω δεν πρόκειται ποτέ να εμπιστευτώ
σε άλλον τα κλειδιά μου
όσο κι αν λαχταρώ να γίνει επί τέλους γης Μαδιάμ το
σπίτι μου
κι έτσι να βρω κι εγώ μια θέση σʼ ένα παγκάκι
ανάσκελα ή μπρουμυτισμένος, αδιάφορος για όλους τους
ανίδεους
όπως μου αξίζει, όπως λαχαίνει σε όλους τους απόκληρους
που έχουν πλημμυρίσει την οικουμένη.
`
*****
[Από την ενότητα: «ΤΑ ΣΚΥΛΙΑ ΤΗΣ ΚΟΡΑΗ»]
ΕΝΑΣ ΔΙΚΟΣ ΤΟΥΣ
Σταδίου και Πανεπιστημίου κι όχι μοναχά εκεί
τα συναντάω στο Σύνταγμα και στην Κλαυθμώνος
στη Βασιλίσσης Σοφίας και στη Ρηγίλλης
στο τέρμα των Αμπελοκήπων, Κηφισίας, Μιχαλακοπούλου, Μεσογείων.
Εγώ μονάχα ένα χάδι βιαστικό μπορώ να τους χαρίσω˙
ανεβαίνουν ή κατεβαίνουν τη λεωφόρο
περιμένουν υπομονετικά το πράσινο
για να περάσουν στην Κοραή.
Εκεί παράδοξα ησυχάζουν˙
Μοναχά όταν διαβαίνει κάποιος κουρελής
δείχνουν τα δόντια τους, γαβγίζουν
λες και μαντεύουν την αγριότητα της μοναξιάς,
της ερημιάς τη φρίκη.
Εμένα με γνωρίζουν, είμαι ο δικός τους˙
στομώνουν και ημερεύουν με τα χάδια μου,
παύουν να κυνηγούν τους μετανάστες.
`
*
ΩΣ ΤΟ ΑΛΛΟ ΦΑΝΑΡΙ
Όταν σκύβω να τα χαϊδέψω
μοιάζουν τελείως αδιάφορα, στην αρχή δεν αντιδρούν
μάλλον παραξενεύονται˙
ποιός ναʼ ναι αυτός ο έρμος πιθανόν να αναρωτιούνται
σιγά-σιγά όμως παραδίνονται στα χάδια μου˙
ξύνω τʼ αυτιά τους, τη μουσούδα τους,
τεντώνουν το λαιμό τους,
ξαφνικά πέφτουν ανάσκελα
και με προκαλούν σε μίαν ακατανόμαστη λαγνεία.
Μα δεν κρατάει όσο θα ήθελα η ευτυχία˙
σύντομα θα μʼ εγκαταλείψουν
σαν να μου λένε ως εδώ,
ένας περαστικός είσαι κι εσύ όπως όλοι
που τρέχουνε ιδρωκοπώντας στις δουλειές και στις
ερημιές τους
φρόντισε κι εσύ για τη δική σου ερημιά
μην προσπαθείς να μας πλανέψεις,
ως το άλλο φανάρι θα μας έχει λησμονήσει.
`
*****
[Από την ενότητα: «ΜΙΑ ΓΑΤΑ»]
ΜΙΑ ΓΑΤΑ
Είναι μια μαύρη, μία συνηθισμένη γάτα
δεν διαφέρει σε τίποτε από τις κεραμιδόγατες
στους κάδους των απορριμμάτων
ή αυτές που καθημερινά κείτονται ξεκοιλιασμένες στη
λεωφόρο.
Μα όταν με καρφώνει με τα μάτια της
μοιάζει σαν να έχει φτάσει ως εδώ από ένα πανάρχαιο
ταξίδι
παλιότερο απότ ον κατακλυσμό του Νώε ή του Δευκαλίωνα
από τις πυραμίδες της Σακκάρα ή την κοιλάδα των Βασιλέων
ερωμένη κάποιου μεγαλώνυμου Ραμσή
συντροφεύοντας ίσως στην ερημιά του Σινά τον Μωυσή.
Την βλέπω ξαφνικά να περπατάει
στην υπόστυλη αίθουσα του Κάρνακ
να λιάζεται, να χασμουριέται, να τεντώνεται στο τέμενος του Λούξορ˙
είναι μια μαύρη γάτα, μια κοινή γάτα
θα μπορούσατε να τη συναντήσετε απαράλλαχτη
σε όλη την οικουμένη, στο Ιράκ ή στο Αφγανιστάν.
Είναι η γάτα μου.
`
*
Η ΔΕΗΣΗ
Όταν ακούω το νιαούρισμα σου
είναι σαν νʼ ακούω τη δέηση για κάποια δυνατή αθανασία.
Ακονίζεις τα νύχια σου στις ψάθες
παίζεις με τα ξεφτίδια της πολυθρόνας
κανένα έντομο, καμμία σαρανταποδαρούσα δεν σου
ξεφεύγει
όπως κανένα πλάσμα δεν γλυτώνει στον κόσμο τούτο
από τη θηριωδία του Θεού,
ζούμε στην οικουμένη των προγραμμένων.
Μαντεύω τι θέλεις να μου φανερώσεις
όταν βυθίζεσαι σʼ έναν ύπνο ατελείωτο
λες και γυρεύεις να μου πεις
πόσο καταδεχτική είναι η νύχτα που με περιμένει.
Ξάφνου ξυπνάς από τον παρατεταμένο λήθαργο
ακονίζεις πάλι τα δόντια και τα νύχια σου
έτοιμη νʼ αδράξεις ένα ξεφτίδι αθανασίας
να προκαλέσεις τον Θεό με τα νιαουρητά σου
τα χασμουρητά σου, τα παιχνίδια σου.
Να δείξεις πόσο είσαι παντοδύναμη
όταν με γλέιφεις, και με γλείφεις και γλείφεις.
`
*
Ο ΑΓΡΑΜΜΑΤΟΣ
Αν ήμουνα σοφώτερος
ίσως να συλλάβιζα τώρα τʼ όνομά σου
στις πινακίδες της Αγάδης
σε κάποιο κατήφορο της Πύλου ή των Μυκηνών
μπορεί ακόμη να φιλοτεχνούσα τη σφραγίδα σου
με τα φημισμένα ιερογλυφικά.
Μα είμαι αγράμματος
το μόνο που μπορώ να αναγνωρίζω κάπως
είναι τα γεμάτα με απορία μάτια σου
όταν σʼ εγκαταλείπω για να παραδοθώ στις ερημιές μου
όταν επιστρέφω εξουθενωμένος από την αναζήτηση
χωρίς να έχω συναντήσει τον Θεό.
Μα συ γιʼ αυτόν κάτι γνωρίζεις αλλά μου το κρύβεις
όταν πηδάς στους ώμους μου
κι αρχίζεις να με γλείφεις σαν μαινάδα
στον τράχηλο, στους κροτάφους, στη φαλάκρα μου
με τόση βακχική μανία ώσπου ξαφνικά
νιώθω να πάλλεται στη σάρκα σου η απεραντοσύνη
πιο πεισματικά κι από την απουσία του Θεού.
`
*****************
`
`
Αυτοαναφορική της ποιήσεως η νέα δουλειά της κ. Αργυροπούλου. Οι αρετές της βραβευμένης από την Ακαδημία Αθηνών συλλογής της «Διηγήματα» διατηρούνται˙ υψηλό ύφος, απέριττη έκφραση, ώριμος και φροντισμένος λόγος. Η ποιήτρια, δίχως να κινηθεί επί καινοφανούς εδάφους, ξεδιπλώνει με επιτυχία την αγάπη της για κεκυρωμένες φωνές, ανατρέχει σε σκέψεις και συναισθήματα επί ποιητικών συμποσίων και ομηγύρεων αλλά και επί μοναχικών ενατενίσεών της. Κατά περιπτώσεις αναδύεται μια αφέλεια που αποκαθηλώνει τη φιλοδοξία του εγχειρήματος, το πρόσημο, ωστόσο παραμένει εν συνόλω θετικό.
`
Κ. Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
ΙΙ
Μαζεύτηκαν οι ποιητές
να αποφασίσουν
να ψηφίσουν.
Ισοψήφισαν στην πρώτη θέση όλοι
με έναν ψήφο
τον δικό του ο καθείς.
Τη δεύτερη τη θέση παμψηφεί
την δώσαν όλοι στον Καβάφη.
Ευτυχής από ψηλά ο Κ. Π. Καβάφης
στη δεύτερη τη θέση
παμψηφεί κριθείς
για σκέψου έλεγε οι μισοί –κι ακόμη ένας–
να έβαζαν αυτόν στην πρώτη θέση.
Κατʼ ουσίαν ηττηθείς
απʼ την ψηφοφορία
θα έψαχνε τη θέση του
διαρκώς στην ιεραρχία.
VII
Στην προκυμαία συναντάω που και που τον
σωσία του Καβάφη.
Με τα χρόνια έμαθα πως είναι σοβατζής,
ψευτοδουλεύει ακόμα.
Δεν είναι μόνο η φυσιογνωμία και το δέμας του
που μοιάζουν απαράλλαχτα στις λιγοστές
φωτογραφίες του ποιητή
και στου Κεφαλληνου το σχέδιο.
Κάτι στοχαστικό στην όψη του
και μια μελαγχολία αδιόρατη
στον ποιητή προσιδιάζουν.
Όποτε συναπαντώ τον μοναχικό ετούτο άνθρωπο
να περπατά
να κάθεται σε κάποιο καφενείο
με κατακλύζει η συμπάθεια, σχεδόν
ευγνωμοσύνη.
Χωρίς να το γνωρίζει
είναι το καλό μου το στοιχειό σε αυτήν την πόλη
ο ταπεινός
με αποσπά από τις έγνοιες μου
τη σκέψη μου
στην ποίηση την φέρνει.
`
*
ΤΟ ΒΟΤΑΝΙ
Στα 1917 οδοιπορούσαν στην προσηλιακή Μάνη
ο Καζαντζάκης με τον Σικελιανό
μυθικοί και νέοι
στα μονοπάτια και τα βήματα του Γιώργη του Ζορμπά
στην Πραστοβά γύρω από το ορυχείο του λιγνίτη.
Τα βράδια κατέλυαν στον πάναστρο μυχό της
Καλογριάς
στην άκρη δεξιά σʼ εκείνο το μικρό σπιτάκι.
Οδοιπορούσαν θεϊκοί –αν λένε θεϊκό τον Σικελιανό
όσοι τον είδαν να βαδίζει στην Ομόνοια –
και αποθαύμαζαν, όπως θαυμάζει ακόμα
όποιος πατά αυτή τη γη, τη θάλασσα απροσμέτρητη
τις πλάτες του Ταΰγετου
πύργους και χωριά, κι ένα αεράκι να φυσά θυμάρι.
Στο δρόμο του έκοψαν ένα βοτάνι, το μυρίσανε
κι όσους συναπάντησαν το αναγνωρίζαν
το βλέπαν στα χωράφια τους
δεν ήξερε κανένας τʼ όνομά του.
Μόνο στα μύχια του Ταΰγετου, τους έδειξαν ψηλά
σʼ ένα χωριό, τα ξέρει μια γερόντισσα
ονοματίζει τα βοτάνια ένα προς ένα.
Περάσανε χωριά απάντησαν αθρώπους με τα ζωντανά τους
–στο χέρι το κλαράκι ακόμη ανονομάτιστο–
άκουσαν την καμπάνα.
Η μανιάτισσα κυρά αποχαιρέτησε του τόπου της
τις πέτρες
και τα βότανα
για τα πηχτά τα μαλακά σκοτάδια.
Χτυπούσε η καμπάνα πένθιμα.
Σήμερα κηδεύουμε μια λέξη ελληνική
είπαν επίσημα οι δυό τους.













Ευχαριστώ για την μνεία. Συγχαρητήρια σε αυτούς που ξεχώρισαν. Μου άρεσε πολύ το VII της κας Αργυροπούλου, ειδικά το τέλος: “τη σκέψη μου/στην ποίηση την φέρνει”.