`

Αυτοϊκανοποίηση

Ο Κέρβερος γελά με την επιστήμη
ο σεισμός γελά
γελούν οι αμυγδαλιές των υπο-νόμων (ορθολογικότατα)

το σύμπαν χέρι γελά με την απόφαση
η ατυχία γελά
γελούν οι αποκλεισμένοι ναοί (κβαντικότατα)

οι ασπάρακτοι δεν γελούν,
δημιουργούν: με σώας τα φρένας
το χέρι της επιστήμης τους την έβδομη μέρα αποφασίζουν…
αυτοϊκανοποιημένοι·

την επομένη
ασπάρακτοι
από αποκλεισμένους ναούς

`

*

Τροπή

Άνθρωποι κι εσείς:

που μπήκατε από τʼ ανέπαφο και τʼ όνειρό σας
(από τους κατορθωμένους θεατές γενικώς)
στα σχήματα των κεντριών –
το κεντρί εφευρεμένο (από έννοια ανθρώπου)

άνθρωποι κι εσείς
κεντριά

εισχωρώντας στην παραφορά των υπολογισμών σας
στων αλλονών την ηδονή
ψηφία εν αρχή,
δηλητηριώδη

την άλυτη άλγεβρα των ζουμιών
με την τροπή σας
αλλιώς
ξεκάνοντας.

`

*

Εις το δάσος όταν ο ύμνος είναι εδώ

Οι εύλογες γεφυρώσεις τους
στον ασώματο δρόμο
αποπλανούν τα σώματα του δρόμου

ώστε διαστάσεις αξιώματα –
«υπογραμμένα κείμενα κι ύμνοι»
αναλαμβάνει ο ανθός του ποταμού:

με το σώμα του δρόμου σπαράζει
στον ασώματο δρόμο
συνουσία
δάσος
αβύσσου
έλεος
γιορτής:

ύμνος

ο ασώματος δρόμος αλόγιστος στα σώματά του
με την αγεφύρωτη άψα του τρέχοντος ποταμού:

ύμνος

κι ύμνος ο ασπάρακτος
πάνω στις τέλειες γεφυρώσεις του
έντρομος:
μια γεύση φευγαλέα σπαραγμού
η μεταλαβιά φουσκωμένο ποτάμι,
του φυτρώνουν βυζιά
του φυτρώνουν τα στόματά τους
μια γεύση φευγαλέα σπαραγμού
περίπατο οι διαστάσεις του
οι καταθέσεις του περίπατο
τα κείμενά του
όλα

η μεταλαβιά φουσκωμένο ποτάμι
το σώμα της θάλασσα
η θάλασσά της σκοπός
ο σκοπός της σώμα

του ασώματου δρόμου…

«τί δρόμος;» βουίζει ο ποταμός ολούθε φούσκωμα
«τί ποταμός; τί διαστάσεις; ας μαζευτούν τα κείμενα
στην επικράτειά τους
ο ύμνος αλλιώς:
αδιάστατος και ζωντανός
ολούθε φούσκωμα
σπαρακτικός».

`

*

Μεταγραφή ποιήματος ή ασπάρακτος πια, των γεγονότων

Η τελειοποίηση των γεγονότων στη γλώσσα
σακατεύει το ποίημα τους,

δες:
στο χνούδι της λεύκας που δαιμονικά ταξιδεύει
την αναπνοή σου να συμβαδίζεις –
από εμπασιές
που πας σπαραγμένος –

δες όταν τη μεταγράφεις, ασπάρακτος πια, των γεγονότων
(να σε τελειοποιεί κείνη η ηδονή):

«Η τελειοποίηση των πραγμάτων στη γλώσσα σου
σακατεύει το ποίημα τους,

νιώσε
τις πηγές που ταξιδεύουν στο γίγνεσθαί σου να τους κάνεις έρωτα
ηδονικότερε
γεννώντας γλώσσα
και γεννώντας…

αντίς στη γλώσσα σου μετρημένα
πέριξ εκστάσεων (κι εντός ασπάρακτων;)
να το παλεύεις
το ποίημα σου να το παλεύεις
αγωνιώντας: τίς ει
εκεί
αμέτρητα,
η εμπασιά σου τίς,
πώς ταξιδεύεις τελειοποιημένος;»

`

*

Ορκωμοσία Ανθρώπου προεξέχουσας της κΕΦΑΛΗΣ

Με τους επίορκους
που δημιούργησαν τον όρκο
στις ανάλατες θάλασσές τους ρίχνοντας λίγο αλάτι
κι έναν πυθμένα δέοντα να εξέχει η κΕΦΑΛΗ

στις θάλασσες που δεν είναι ανάλατες
με τους επίορκους
σε τί να ορκιστούμε;

Πόρφυρας Πόρφυρας
υπερεθνικέ,
ορκίζεται στην επιορκία του –
στʼ αλάτι της η θάλασσα
πως επιπλέουν οι επίορκοι που δημιούργησαν τον όρκο
ναυαγισμένοι – οι επίορκοί της,

στʼ αλάτι της ορκίζεται
σε τούτη τη θύελλα
να είναι
Θάλασσα.

`

*

Κρασί vs ασπάρακτων

Θυμάμαι το κρασί πριν απʼ τον χρόνο:
είμαι κρασί
κρασί με πίνει
κρασί με κερνά
μεθυσμένη η ρίζα
μεθυσμένος ο βλαστός
όλοι μας κράσος αχός
ποίημα δίχως ποιητή –

τί “μοιρολόι επέκεινα” ασπάρακτοι;
τί “εκείνος” συμμορφωμένοι;
τί “στην παρανομία σπαράζει”;

μεθυσμένη η Παρανομία ολούθε εδώ
με πίνει
και πίνω
μεθυσμένος ο ερχόμενός μου
θυμάται το κρασί πριν απʼ τον χρόνο:
είμαστε κρασί…

κι εσείς δόξα ορθή:
ασπάρακτοι.