`
ΤΕΡΜΑΤΙΚΟΣ ΧΑΦΙΕΣ
Χθες το βράδυ,
μες τα βαθιά-βαθιά σοκάκια,
συνάντησα έναν μύωπα μεσήλικα.
Περπατούσε σκυφτά,
σχεδόν παράλυτος από το μέτωπο και πάνω.
Έφτυσε την μασέλα του
στον τοίχο που είχαν γράψει:
`
“ΣΤΗ ΣΧΟΛΗ ΤΕΛΕΙΩΣΑ ΧΗΜΕΙΑ
ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΔΙΔΑΚΤΟΡΙΚΟ ΚΑΝΩ ΣΤΗ ΣΥΡΙΑ ”
`
και προφανώς ενοχλημένος,
έβγαλε μια κίτρινη κάμερα απʼ την χολή του,
δυο ανθρώπινες καρδιές απʼ την καρδιά του
ξεκόλλησε το δέρμα του,
φτιάχνοντας ένα καμβά σαν ιατρικό σεντόνι
Στην μία καρδιά είχε χαράξει την λέξη ΨΑΙΜΑ
ενώ η άλλη νεκροζώντανη μοιρολογούσε:
“Η γλώσσα μου είναι στεγνή
σαν κάρβουνο στο χιόνι,
κι η φτώχια μου ανθεί
στον καναπέ της μόνη”
Κινηματογραφούσε δέκα εικοσαετίες φιλμ μουχλιασμένο,
μουχλιασμένο και ιδρωμένο όπως ήταν η παλάμη του.
Ταράχτηκαν οι πληγές της κοιλιάς μου,
κόπηκαν τα ράμματα του ορίζοντα
απ΄το μακάβριο θέαμα ,
που ορκίστηκα στην υπομονή μου
όταν θα με ξορκίσουν τούτα τα σοκάκια
πέτρα να γίνουν τα μάτια μου,
να φτύνω δόντια στο τραπέζι μου
αν αφήσω να κλέψουν ακόμη μιαν Άνοιξη απʼ την ζωή μου.
`
*
ΟΙ ΠΡΟΚΕΣ ΤΟΥ ΑΝΑΓΝΩΣΤΑΚΗ
Παρήλαυναν νυχτιάτικα
στην καρότσα ενός αγροτικού
οι πρόκες του Αναγνωστάκη.
Ματωμένες , μεθυσμένες
και άνεργες.
Καμία λέξη δεν είχε καρφωθεί επάνω τους.
Τις είχε πάρει ο άνεμος.
`
*
ΟΙ ΑΡΡΩΣΤΕΣ ΠΟΛΙΤΕΙΕΣ
Οι άρρωστες πολιτείες
κυνηγούν τους σκύλους απ’ τα πάρκα,
καρφώνουν στα δέντρα κομματικές σημαίες
και μνημόσυνα.
Οι άρρωστες πολιτείες λατρεύουν τον χιτώνα
και φτύνουν τον άνθρωπο,
φτιάχνουν προσευχές στις διαφημίσεις
και κατασκευάζουν πιστούς
από γερασμένες μήτρες.
Οι άρρωστες πολιτείες ψηφίζουν, ξαναψηφίζουν
ξαναψηφίζουν, ξαναψηφίζουν
για το τίποτα.
Οι άρρωστες πολιτείες γκρεμίζουν τον κήπο μου,
μου επιβάλλουν τι θα φάω το μεσημέρι.
Καίνε τα χωράφια για μια σπιθαμή χρυσού.
-Τι θέαμα κι αυτό-.
Επικοινωνούν αλλά δεν συζητούν,
συζητούν αλλά δεν ακούν,
ακούν αλλά δεν ακούν.
Τυφλώνονται από τα στρας και τις γραβάτες
ταξιδεύουν με ζάπινγκ,
ονειρεύονται χειροπέδες.
Οι άρρωστες πολιτείες δεν κάνουν γκουχ γκουχ γκουχ,
μόνο κρακ κρακ κρακ.
Κι άλλες φορές κραχ κραχ κραχ.
`
*
ΠΕΡΙΜΕΝΟΝΤΑΣ ΤΟ ΠΕΝΤΕ ΣΤΑ ΕΞΙ
Αναπνέω την κάπνα των ερειπίων.
Μητέρα των αναπάντεχων θαυμάτων
έγινε το φωτιστικό της υπόγειας κουζίνας.
Κρυώνω από ατυχία
και κατασκευάζω πάζλ από τσίγκινα κουτάκια
κονσέρβας.
Ανανεώνω κάθε τόσο την συνδρομή μου
στην καθημερινότητα, αν και πια
τα λεπτά εις βάρος μου κυλούν .
Όπως και να’ χει όμως
δεν βλέπω δελτία ειδήσεων,
δεν προλαβαίνω να ενημερωθώ για τον επόμενο πόλεμο,
νοθευμένο πετρέλαιο με ταΐζουν οι γείτονες,
νοικιάζω τα μάτια μου για να βλέπουν
κυριακάτικες εφημερίδες οι τυφλοί,
στα ύψη το ρεύμα και οι φίλοι άφραγκοι,
κούπα το τηλέφωνο,
τα μαλλιά μου ασπρίζουνε στον κρόταφο,
κανένα σημάδι από τις προφητείες δεν βρήκε
στόχο,
υπέροχη εποχή για συγκρούσεις αλλά
δεν φτάνει το όπλο και το μαχαίρι
δεν φτάνει η ανυπακοή,
το μπαρούτι μυρίζει κόσμο,
οι ψυχολόγοι κι οι ψυχοθεραπευτές
πρώτοι στις αυτοκτονίες,
και οι παλιοί δεν λένε να κάνουν στην άκρη.
Σκέφτομαι να σταματήσω τον χρόνο σε μια φωτογραφία.
`
*
ΑΝΑΖΗΤΩΝΤΑΣ
Ψάχνω να βρω έναν άνεμο
που να τον φυσάει μια σημαία.
`
***********
`
Ο Α ν δ ρ έ α ς Τ σ ι ά κ ο ς γεννήθηκε το 1979 στο Άργος. Έχει κυκλοφορήσει τις ποιητικές συλλογές: Πόσα ποιήματα χωράει ο σάκος; (2007) και Ασκήσεις Αναπνοής (2011), από τις εκδόσεις ΧΑΡΑΜΑΔΑ.











Ποιός είπε πως η Ελλάδα δεν βγάζει πιά μεγάλους ποιητές;! Το “σήμερα” κρίνεται σήμερα αλλά αναγνωρίζεται αύριο. Είθε να μην ισχύσει αυτό και στην περίπτωση του Ανδρέα Τσιάκου. Γιατί, όπως λέει κι ο ποιητής, “οι παλιοί δεν λένε να κάνουν στην άκρη”.
Νομίζω ότι βρήκαμε τον άνεμο που θα φυσήξει την σημαία μας!
Σεβασμός.
Σχετικο
ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΗΝ ΛΕΥΤΕΡΙΑ!
Συνθημα γραμμενο στον τοιχο του θερινου κινηματογραφου ΕΚΡΑΝ
Σεπτεμβριος 2013
ΧΑΙΡΕ ΑΓΑΠΗΤΕ ΠΟΙΗΤΗ
ΑΝΔΡΕΡΑ ΤΣΙΑΚΟ
Το να ελέγχεις την οργή σου και την οργή του τοπίου ώστε να κάθονται στο χαρτί σου με λογική και αξιοπρέπεια…αυτό ήδη είναι κάτι καλό…