ΕΚΕΙΝΑ ΤΑ ΧΡΟΝΙΑ
Εκείνα τα χρόνια η φτώχεια περίσσευε
Τη μαζεύαμε, λοιπόν, σε πιάτα
Και τη μοιράζαμε στους γείτονες
Η κυραΛένη τρία σαλιγκάρια στο πιάτο, για μας
Και μεις σκέτες πικραλήθρες για την κυρΑρετή
Κι αυτή, ένα Χριστουγεννιάτικο Δέντρο
Στολισμένο με βώλους,τυλιγμένους με χρυσόχαρτα
… Για να το βλέπει όλος ο κόσμος-το’ κανε χωρίς έπαρση
Τα θερινά απογεύματα, οι γριούλες έγνεθαν ποκάρια απ’ το
Γειτονικό εργοστάσιο του Τζήμα και οι νεότερες έπλεκαν
Πολύχρωμες, μ’αυτά, φανέλες,για όλα τα παιδιά της γειτονιάς
Ένα βράδυ πέρασε απ’ τη γειτονιά μας ο Χριστός
Ζήτησε ένα ποτήρι νερό και του το’φεραν με προθυμία
Εκείνος ευλόγησε και χάθηκε στο δειλινό
Από τότε η φτώχεια μας έσπασε σε άπειρα κομμάτια
Μέχρι που χάθηκε εντελώς ή τη συνηθίσαμε
*
Σʼ ΕΝΑ ΠΟΝΤΙΚΙ (1978)
Το μουστάκι σου μια τούφα από λινάρι,
μπαμπακένιε Σπήντι, απόψε κιτρινίζει.
Γέρασες; Μάλλον η άκρη του εγγίζει
το ίδιο, οξειδωμένο, πένθιμο φεγγάρι.
Θυμάσαι ….Κρεμούσε τα φιλιά της
στο σκοτάδι. «Για τα γενέθλιά σου
δώρο». Πρόσεξα την ουρά σου
κορδόνι μες την αγκαλιά της.
Ναι, ίδια, αδελφή μιας νύχτας πεθαμένης
η νύχτα που με βρίσκει να μιλώ
με σένα ποντικάκι μπιμπελό
πού ʽμαθες νʼ αγαπάς και να σωπαίνεις.
*
ΔΕΝ ΗΤΑΝ
Δεν ήταν τα αηδόνια της Εμμαούς
Ούτε το φωτεινά άγνωστο πρόσωπο
Του μεθʼ ημών κεκλιμένου.
«Διηνήχθησαν ημών οι οφθαλμοί»
Όταν φέραμε στο στόμα
Εκείνο το μικρό ψωμί
Τον ίδιο το Λόγο τον εξ ουρανού
Τον αυτοπροσφερθέντα.
*
ΟΠΩΣ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ ΜΕ ΤΗ ΜΟΥΣΙΚΗ
Μας περιμένει ένας τόπος καθαρός
Όσο ο βυθός των ματιών του Ιησού
Εκεί,
Σ΄ έναν ουρανό που χρωμάτισε ο Χέλντερλιν
Κι ατένισαν ο Υπερίων και η Διοτίμα
Ατμίζονται κυανοί οιωνοί
Αλλά δεν είναι δικά τους όσα
Χρυσά
-Μ΄ υπόκρουση ένα βαρύ χερουβικό-
Αργοπέφτουν
Πτίλα
Δρομαία άσπιλα νέφη
Μετασχηματίζονται
Σε τρυφερές, των εφηβικών μας ενυπνίων, κόρες
Τα πιο λευκά μας τυλίγουν γιασεμιά
Τα όρια
Των πραγμάτων
Κυνηγούν τα όρια τους –
Κι αυτό στο διηνεκές
Όπως, ακριβώς, συμβαίνει με τη μουσική









