ΚΑΤΑ ΣΥΡΡΟΗ ΔΟΛΟΦΟΝΟΣ
Άσε με ήσυχο διάολε μεσημεριάτικα.
Μάτι δεν έκλεισα ολόκληρο βράδυ.
Σκότωσα παιδιά, απόψε διάολε.
Πήρα ψωμί από εγκυμονούσες
και το πέταξα στα σκυλιά.
Πήρα νερό από λαούς διψασμένους
και το’ριξα στη χέστρα μου.
Βομβάρδισα χώρες, απόψε διάολε
γιατί δεν μ’έφταναν
όσα είχα στις τσέπες μου.
Είδα πρόσφυγες…
να περνάνε τα σύνορα της συνείδησης μου
και να διαμελίζονται από νάρκες ρατσισμού
χωμένες στη λάσπη του υποσυνειδήτου μου.
Έγινα ο μεγαλύτερος φονιάς, απόψε διάολε.
Κρατούσα όπλο απραξίας, απόψε διάολε
που’ναι το πιο θανατερό
απ’όλα….
*
ΡΟΔΟ
Της νιότης τα πρώτα καλέσματα
καθώς ακολουθούσα.
Χάθηκα σε έρημο σκοτεινή
την ερημιά των πόθων…
Στο δρόμο δίψασα πολύ
κι στέρνες όπου στάθηκα
δε μου σβήσαν το πόθο.
Κι ήτανε νύχτα όταν συνάντησα
μια μάγισσα γριά, φασκιοσαβανομένη.
Μόνο τα μάτια τα θαμπά φαινότανε
στου φεγγαριού τη λάμψη.
-Διψώ μωρή γριά παλιόγρια
καίγομαι σα κεράκι.
Σαράντα πηγάδια άδειασα
μα η φωτιά δε σβήνει.
−Σα θες και με κακολογείς
σα θες να σε βοηθήσω!
Το μυστικό το ξέρω μόνο εγώ
μαζί μου θα το πάρω.
−Πέστω γριά καλή γριά
κι εγώ θα σε πληρώσω.
−Μια τρίχα απ’τη χαίτη σου
του μυστικού το κόστος.
−Πάρε και δώς μου το χρησμό
λέγε μου τι να κάνω.
−Ανάμεσα απ’το άστρο της αυγής
του δειλινού τ’αστέρι
ρόδο στέκει περήφανο
ρόδο καμαρωμένο.
Που’χει δροσοσταλιές στα φύλλα του
στα ροδοπέταλα του.
Σα ξεθαμπώσεις απ’την ομορφιά
φιλί να του ζητήσεις
και σαν σου δώσει το φιλί
με μιας θα ξεδιψάσεις.
Μα μη λαθέψεις άκου το
και τα κλώνια του τσακίσεις
γιατί θα σε καταραστεί
για πάντα θα το τρέμεις.
Κι όμως…
εγώ δεν άκουσα!
Πώς ν’αποχωριστώ τέτοια ομορφιά;
Τις συμβουλές λησμόνησα
και τη κατάρα πήρα.
Μονάχος να’μαι σ’όαση
με ομορφιές γεμάτη
να μη μπορώ να τις γευτώ
και στο χαρτί να γράφω
όσα με καίνε μέσα μου
μέχρι που να πεθάνω.
*
ΑΓΡΥΠΝΙΑ
Ο ύπνος δεν έρχεται απόψε
μήτε κι ο αδερφός του…
Η πηγή της λήθης στέρεψε
βρομόνερα αλκοολούχα
λιμνάζουν τώρα εκεί.
Σαν κάνεις το λάθος να δροσιστείς
μελίσσι οι θύμησες
γεμίζουν το μυαλό σου.
Ο μορφέας εμφανίζεται
που και που…
μ’αγκάθια, όνειρα ξυπνητά
πόνο να σε μπολιάσει.
Όσο για τη μούσα…
αυτή μη τη καρτεράς.
Εσύ ο ίδιος την έσφαξες
κάποιου Οκτώβρη τα μεσάνυχτα
μ’ένα κομμάτι ολόλευκο χαρτί
θυμάσαι;
Μόνος είσαι
μη προσποιείσαι.
Μόνο το τσιγάρο στο χέρι σου’μείνε
ν’αγκομαχάς τη πνοή σου στην αυγή.
Κι αυτός ο δειλός στο καθρέφτη
που γελάει μαζί σου…
***********
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Γεννήθηκε στις 18 Αυγούστου 1988. Κατοικεί στο χωριό Σταμνά Μεσολογγίου όπου και επέστρεψε μετά τις σπουδές του στη Κοζάνη στο τμήμα Διοίκησης Επιχειρήσεων του ΤΕΙ Δυτικής Μακεδονίας.











Εάν σε ενδιαφέρει κάτι από που λέμε ποίηση συνέχισε να γράφεις μόνο για τον εαυτό σου !!
Καλό δρόμο να έχεις ,που θα έχεις όπως το βλέπω
Να ‘σαι καλά
Πολλά μπράβο, λόγια γραμμένα με ουσία και με μια αμεσότητα πιο αναγκαία από ποτέ! Συνέχισε Νίκο, είμαι σίγουρη ότι θα μας εντυπωσιάσεις στο μέλλον!!
Πολύ ωραία ποιήματα! πραγματικά μου άρεσαν! Συνέχισε, διάολε!