«ΤΑ ΠΟΛΥΠΟΘΗΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ»

Αργά τη νύχτα πέρασαν από τη γειτονιά μας οι ιλιγγιώδεις μοτοσικλέτες. Δαφνοστεφανωμένες, μνημειώδεις πέρασαν με όλη την ταχύτητα του κόσμου από τη γειτονιά μας. Προλάβαμε και είδαμε τα νεαρά κορίτσια, φωνάξαμε ο ένας στον άλλον, όπως οι νυχτερινοί σκοποί της πιο δύσκολης βάρδιας. Ύστερα βέβαια για χρόνια τίποτε δεν συνέβη στις γειτονιές του κόσμου. Μόνο μια δαφνοστεφανωμένη μοτοσικλέτα εδώ και χρόνια, μονάχα αίμα κόκκινο λαγού εδώ και χρόνια, μονάχα ναρκωτικές μέρες, εδώ και χρόνια. Μονάχα σκληροί χειμώνες και οι πρακτικοί και άμεσοι άνθρωποι των πορνείων. Και οι κατάσκοποι που αποκαλύπτονται μες σε εκπλήξεις και οι χαρούμενες τότε, εκπυρσοκροτήσεις στα πόδια του βουνού, μίλια πολλά από τούτα τα υψώματα. Νωρίς το ξημέρωμα εμείς οι αφάνταστα λυπημένοι, δίχως πια χρόνο, σιωπηρά συντριβόμαστε που για άλλο ένα βράδυ δεν περάσαν τα υπέροχα, νεαρά κορίτσια.

***

«Ο ΡΥΘΜΟΣ»

Δεν υποψιάστηκε κανείς το φόνο. Ήταν βέβαια μέρες που δεν φάνηκε η Φιλιώ και ο άντρας της δεν χάνεται σαν σκιά το πρωί προς τα εργοστάσια. Δεν φαντάστηκε κανείς μας πως η Φιλιώ καταματωμένη, στέκει νεκρή στις πλάκες της αυλής με το μαχαίρι στο χέρι και ο άντρας της, άνθρωπος των βιομηχανιών μετρά σαν πατριάρχης τις ώρες με αυτοσχέδια, ηλιακά ρολόγια και ημεροδείχτες. Οι αστυνόμοι τον πήραν νωρίς σήμερα το πρωί. Κάποιοι τον αποδοκίμασαν και άλλοι έκλαψαν για το φίλο με την άσχημη τύχη. Εγώ τον ρώτησα δυνατά για τη Φιλιώ, σαν να τον προκαλούσα. Τότε σωριάστηκε καταγής και κάποιοι είπαν πως μοιάζει πολύ με τον Εσταυρωμένο.Σκορπίσαμε στα λαϊκά μας σπίτια με τα λαϊκά κάδρα, τις λαϊκές μουσικές, τις ήμερες Κυριακές της τόσης μοναξιάς. Εγώ ρωτούσα όλο τον κόσμο για τη Φιλιώ και ισχυριζόμουν πως υπάρχουν πάθη καταδικασμένα να μην θεραπεύονται με χρόνια και ρυθμούς. Εγώ ρωτώ για τη Φιλιώ εδώ και χρόνια καθώς οι άλλοι εορτάζουν το φλεγόμενο βίο του Εσταυρωμένου.

 

 

***

«ΩΡΑΙΑ ΕΛΕΥΣΙΝΑ»

Τον βρήκα μες στο καφενείο. Στην πλατεία με το άγαλμα του τραγικού ποιητή. Ωραία Ελευσίνα, εργατική και σκονισμένη πόλη, ωραία Ελευσίνα με τα μυστήρια, τους ατσίγγανους και τους ποιητές. Σηκώθηκε δίχως να μιλήσει. Είχε μαζί του ένα παιδί που μας ακολουθούσε μες στο κρύο, το παιδί που μας ακολουθούσε μες στο κρύο είχε μεγάλα μάτια σαν χάρτες και γύρω θάλασσα και τίποτε. Βαδίσαμε παράλληλα με τις γραμμές του σιδηροδρόμου, περάσαμε το οικόπεδο με τα σημάδια από τις σφήνες της τέντας του σπουδαιότατου τσίρκου Μεντράνο. Έπειτα φτάσαμε στο συνοικισμό. Δεν έχω λόγια να σου πω πώς κλάψαμε και οι δυο μας, όταν μπήκαμε ξανά στην παλιά αυλή, με τη χαμηλή μάντρα, όταν μπήκαμε στον ίσιο, στενό δρόμο που ξεκινήσαμε.Τότε μια γυναίκα, χαμηλού αναστήματος με πλησίασε. Με χάιδεψε με τρεμάμενο χέρι, φορούσε τη μυρωδιά της εκκλησίας, την καλημέρα και την αντοχή όλου του κόσμου. Προτού της μιλήσω, προτού φιλήσω τα ολόλευκα γόνατα της αγίας, εκείνη έφυγε μαζί με τον άλλον και το παιδί.Μου έρχονταν στάχτες στα μάτια και το στόμα μα απέμεινα μες στην υπέροχη μοναξιά μου, κυκλωμένος από σιωπές, χαμηλά σπίτια και παράξενους ποδηλάτες.

***

«ΕΜΕΙΣ ΟΙ ΑΛΛΟΙ»

Οι πιστοί συνέρρεαν από νωρίς στο ναό. Ήταν κίτρινος ο καιρός, μέρα μουσώνων. Στην πλατεία οι πάσχοντες και οι κλέφτες κυκλωμένοι από τους αρπακτικούς πιστούς. Στην πλατεία όσοι φέρουν μια ατέλεια στην κίνησή τους ή έχουν παράξενες αρθρώσεις, πολύσπαστες που σου κόβουν την ανάσα και σε δυστυχούν. Ήταν όλοι εκεί. Οι πλανόδιοι, οι έμποροι των παιδικών παιχνιδιών, κάτι ωραίοι άντρες που περιμένουν ακόμα τα κορίτσια τους, οι γριές που έχουν χάσει πρόσφατα έναν δικό τους και είναι κλονισμένη η πίστη στη ζωή, ο αεροναύτης και ο ακόλουθος του παλιού βασιλιά. Ήταν όλοι εκεί. Μονάχα εκείνος έλειπε. Και το ξεραν όλοι πως δεν θα φανεί ούτε φέτος παρά τις προσπάθειες, τους ψαλμούς, τα πρόσφορα. Θα στέκει πεθαμένος στους δρόμους ή θα παρακολουθεί τις ποδοσφαιρικές αναμεταδόσεις μες στα καταπράσινα καφενεία της συνοικίας. Δεν θα μιλά μα είναι σπουδαία συντροφιά μες στα απόφωνα του δέκτη η αμίλητη παρουσία του. Για εκείνον που μάχεται ηρωικά τον δίχως ανταπόκριση έρωτα, την προδομένη φιλία ή ακόμη τη μετριότητα μιας ζωής λιγότερο σπουδαίας από τα σχέδιά μας, η παρουσία του θα είναι σπουδαία.Οι άλλοι προσμένουμε μάταια, πέρα πολύ από τ΄αγιασμένα σύνορα της μοναξιάς.