Κύμα της νύχτας

Κύμα της νύχτας – φάλαινες και δελφίνια
με τον Υάκινθο να σαλεύει απαλά,
ανθοί της δάφνης και πωρολιθιά
γύρω απʼ το άδειο της Ίστριας παλάτι ξεπηδάνε,

Κύμα της νύχτας – δυο κοχύλια διαλεχτά,
τα σέρνουν παλίρροιες, απʼ τα βράχια μακριά,
πορφύρα και στέμμα χάνουνε μετά,
χάντρες λευκές πίσω στο πέλαγος γυρνάνε.

*

Μια λέξη

Μια λέξη, μια φράση – : από κρυφά σημάδια βγαίνει
συνειδητή ζωή, ιδέα ξαφνική,
ακινητεί ο ήλιος, ο ουρανός σωπαίνει
και τότε όλα πυκνά συνάζονται εκεί.

Μια λέξη – μια λάμψη, μια πτήση, μια φωτιά,
το πέταγμα μιας φλόγας, των άστρων χαρακιές –
και πάλι τα σκοτάδια, τέρατα φριχτά,
το εγώ τυλίγουν και τον κόσμο σʼ αίθουσες αδειανές.

*

Το καλοκαίρι τελειώνει μια μέρα

Το καλοκαίρι τελειώνει μια μέρα,
δίχως σημάδια η καρδιά:
οι φλόγες ταξιδεύουνε πέρα,
παιχνίδι και κύματα μακριά.

Πόσο χλωμές οι εικόνες μοιάζουν,
του χρόνου δραπέτες φαντάζουν,
κι ο χρόνος καθρεφτίζει νερά,
που ʽναι κι αυτά μακρινά.

Έζησες μια σφαγή,
τις θύελλες κουβαλάς, τη φυγή,
κοπάδια, μπουλούκια, στρατοί,
τραβάνε από δω κι από κει.

Ρόδα κι όπλα στο χέρι,
φλόγες και βέλη στʼ αγέρι -:
σημάδια, λάβαρα στη λησμονιά -:
τίποτα δεν επιστρέφει πια.

*

Στίχοι

Όταν κάποτε η θεότητα, ανεξιχνίαστα και βαθιά
μέσα στα όντα ξυπνά και μιλά,
έτσι είναι οι στίχοι, μέσα τους
ασταμάτητα της καρδιάς το βάσανο ξεσπά.
Σε ρεύμα απρόσιτο οι καρδιές ταξιδεύουν,
οι στίχοι όμως των ανθρώπων το στόμα χαϊδεύουν,
πάνω από έριδες λαών θα σταθούν,
πέρα από εξουσίες και δολοφόνων συμμαχίες διαρκούν.

Και τα τραγούδια που μια μικρή φυλή τραγούδησε,
κάποιοι ινδιάνοι με Αζτέκων ρυθμούς,
καιρό τώρα η βουλιμία των λευκών τα δάμασε,
ζουν όμως σα λόγια σιωπηλά στους αγρούς:
«έλα, παιδάκι, στο στολίδι με τα εφτά στάχυα έλα,
έλα, παιδάκι, στο λίθινο κόσμημα από νεφρίτη έλα,
ο θεός του καλαμποκιού στο χωράφι κουδουνίστρα στήνει,
θυσία θα του γίνεις, τροφή για να μας δίνει -»

Το μεγάλο μουρμουρητό σʼ όποιον τους δρόμους του
βαθιά οδηγεί και στο πνεύμα αφιερώνει,
ανάσες, εισπνοές, εκπνοές – πρακτικές αναπνοής
ινδικών ποινών και φακιρικών μεθόδων –
ο μέγας εαυτός, όνειρο καθολικό που δεν αλλάζει,
στην καρδιά κουβαλάμε κι είμαστε σιωπηλά εκεί ταγμένοι,
σε ψαλμούς και στις Βέδες παραμένει
και παρά το χρόνο κάθε πράξη μας χλευάζει.

Δυο κόσμοι υπάρχουν στο παιχνίδι και στην απροθυμία,
μόνος ο άνθρωπος είναι αδύναμος, μες την αμφιβολία,
απʼ τις στιγμές και μόνο να ζήσει δε μπορεί,
παρόλο που τις στιγμές ευγνωμονεί.
Η δύναμη περνά σαν φύγει η δυσκολία,
όμως των λαών τα όνειρα στίχοι χτίζουν,
που τους βοηθάνε απʼ τα χαμηλά να ξεφύγουν,
με της λέξης και του ήχου την αθανασία.

*

Οι τάφοι όλοι

Οι τάφοι όλοι, οι λόφοι
σε θάλασσες και βουνά,
που έσκαψα κι απʼ τα χώματα
απέραντη γη αντίκρισα,

που κουβάλησα και κουβαλώ ακόμα
σαν φύκια κι όστρακα στα μαλλιά,
που ρώτησα και ρωτώ ακόμα,
πως ήταν άραγε το πέλαγος βαθιά –

Οι τάφοι όλοι, οι λόφοι,
όπου βρέθηκα και είμαι, τώρα
τους αγγίζει κάποιαν ώρα
μια φτερούγα λευκή,

που στεφάνια να σηκώσει δε μπορεί,
ούτε τη λάμψη των ρόδων να ξυπνήσει,
που έχω πλέον αφήσει,
όμως δείχνει κάτι σε διαρκή αλλαγή.

*

Ανρί Ματίς: «Ασφόδελοι»

«Ανθοδέσμες – όμως λείπουν τα φύλλα,
αγγεία – σαν τεφροδόχοι ανοιχτά,
-ασφόδελοι,
στην Περσεφόνη αφιερώματα – «

*

Αχ, η μακρινή χώρα –

Αχ, η μακρινή χώρα,
εκεί που το σπαραξικάρδιο
μουρμουρίζει
πάνω σε βότσαλο στρογγυλό
ή σα λιβελούλα φευγαλέα σε καλαμιώνα,
και το φεγγάρι ακόμα
με το τελευταίο του φως
-μισογεμάτο, ημίλευκο σα στάχυ-
της νύχτας το διπλό βυθό
παρήγορα υψώνει –

αχ, η μακρινή χώρα,
που απʼ των λιμνών τη λάμψη
ζεσταίνονται οι λόφοι,
για παράδειγμα το Άσολο, που ʽναι θαμμένη η Ντούζε,
απʼ το Πίτσμπουργκ την έφερε το «Ντουίλιο» στην πατρίδα,
όλα τα πολεμικά πλοία, ακόμα και τα εγγλέζικα, ύψωσαν μεσίστια σημαία,
καθώς περνούσε απʼ το Γιβραλτάρ –

εκεί μονόλογοι
δίχως σχέση σε κάτι κοντινό,
αισθήματα,
πρώιμες διεργασίες,
κομμάτια από τοτέμ
στον απαλό αγέρα
λίγο σταφιδόψωμο στη φούστα –
έτσι πέφτουν οι μέρες,
ως να βρεθεί κλαδί στον ουρανό,
να ξαποστάσουν τα πουλιά
απʼ το μεγάλο ταξίδι.

*

Μεσογειακό

Αχ, απʼ τα αρχιπελάγη,
εκεί στης πορτοκαλιάς τη μυρωδιά
τα ερείπια αντέχουν
δίχως κλάμα κι ανάθεμα,

βρέχει στο σκοτάδι του βορρά,
στου κρύου και της ομίχλης την πατρίδα,
ψίθυροι από ρουνικά και σάλπιγγες
μεσογειακή μια ρίμα:

Τελικά στο απέραντο
ενώνεται η αλήθεια κι η τρέλα,
όπως στη στάχτη των ρόδων
κοιμάται το χαλίκι, τιτάνιο,

όμως δικιά σου είναι η πορεία,
δικό σου το όριο, ο χρόνος,
πίστευε στις αιωνιότητες, όμως
μην αξιώνεις να ʽναι μακριά,

απʼ τη μισή τους λύπη,
από ρόδα και συντρίμμια βαριά,
δώσε στα πράγματα διάρκεια -,
απʼ τη Μεσόγειο φυσά.

*

Ανέφικτο

Τίποτα δε ζητούσες, μόνο την εντολή να εκπληρώσεις,
μέσα σου δυο λαούς να συνενώσεις,
απʼ ώρες μακρινές, κορφές και τοπία,
εξοπλισμό για κυνήγι, χέρια του σπορέα, βοσκών εργαλεία,
μια λαχτάρα ανέβλυζε, που την πράξη αρνείται -:
«πίσω, πίσω, εκεί που στέκονται ήρεμα τα νερά
και σαλεύουν χαρωπά τα ρόδα στην αμμουδιά».

Κοίταγμα, εξέταση, συλλογή εικόνων -: λέξεις,
και μέσα τους συμφραζόμενα, νοήματα βιωμένα,
το Είναι καθορίζει: ποιήματα -: καταφύγια αγνά
του μεγάλου ανέφικτου αίματος, η πύλη
στην ανάμνηση, στην απαρχή των πάντων -:
«πίσω, πίσω, εκεί που στέκονται ήρεμα τα νερά,
ανάμνηση είσαι πανάρχαιων συμβάντων».

Οι κυνηγοί, οι σπορείς, οι βοσκοί αντηχούν
με τα πρωτόγονά τους εργαλεία,
δεν τους ακούς, τα όμορφα μόνο βλέπεις
δημιουργήματα, που δένουν τον κόσμο με φιλία,
που αιώνια είναι και πάντα επίκαιρα -:
«όμως μετά από χρόνια για τις ώρες μετάνιωσες,
που τα ʽπιασες κάποτε και τα ʽνιωσες».

Άρρωστος, άτεχνος, στην παρακμή συντηρημένος,
και δω κάποια συνάφεια ξυπνά κι εγείρεται,
εκφυλισμένος – όμως στην αύρα δυνάμεων κοσμικών,
βρίσκεις στη θέα των πιο υπέροχων μορφών
το θάνατο σκεπασμένο μʼ άνθη και κλαδιά -:
όποιος απʼ την καταστροφή ξεφεύγει, ποτέ δε θα σταθεί,
«εκεί που σαλεύουν χαρωπά τα ρόδα στην αμμουδιά».

*

Ποτέ πιο μόνος–

Όπως τον Αύγουστο ποτέ πιο μόνος:
ώρα εκπλήρωσης – στις εξοχές
οι κόκκινες κι οι χρυσές φωτιές,
που ʽναι των κήπων σου η χαρά όμως;

Λίμνες φωτεινές, απαλοί ουρανοί,
αγροί που αχνοφέγγουν καθαροί,
που ʽναι όμως η νίκη και πως να πειστείς
για το βασίλειο που θέλησες να υπερασπιστείς;

Εκεί που όλα είναι δεχτά απʼ την τύχη
αλλάζοντας τους κύκλους και του βλέμματος την έκταση
στη οσμή του κρασιού, στων πραγμάτων την έκσταση -:
το πνεύμα υπηρετείς, την αντίθετη τύχη.

*

Ψάχνεις –

Ψάχνεις σημάδια του αρχέγονου
πιο αρχαίου από κοιλάδες και βουνά,
την αλλαγή ψάχνεις των μορφών,
την αρχή στʼ ανθρώπινα δεινά,

του νου τις πορείες γυρίζεις,
πονεμένης σιγής
τέλους ή απαρχής
σʼ αυτό που δε σιωπά,

αχ, μόνο στο έργο του ολέθρου
βλέπεις σημάδια αναμμένα:
πρόσωπα κρύα χλωμά
και μέσα βαθιά: όλα τελειωμένα.

*

Αποχωρισμός

Με γεμίζεις σαν αίμα σε φρέσκια πληγή
κι αφήνεις να κυλήσει το σκούρο του σημάδι,
σαν τη νύχτα απλώνεσαι κείνη τη στιγμή,
που το στρώμα μοιάζει με σκιών λιβάδι,
σαν τα ρόδα ανθίζεις σε κήπους με κόπο,
μοναξιά εσύ μες την απώλεια και τον χρόνο,
επιζείς, σαν τα όνειρα που δε βρίσκουν τόπο,
πολλά υπέφερες κι έμαθες μόνο.

Από νωρίς στη τρέλα της πραγματικότητας ξένος,
αρνητής του κόσμου που γοργά αλλάζει,
απʼ της λεπτομέρειας την απάτη κουρασμένος,
γιατί καμιά στον εαυτό μας βαθιά δε μοιάζει.
Απʼ τα βάθη τώρα, τίποτα πια να μην αγγίζεις,
ούτε καν λέξεις να δείχνεις και σημάδια,
πρέπει τη σιωπή να δεχτείς, κάτω να γυρίζεις
στη νύχτα, στη θλίψη, στα ρόδα, στα σκοτάδια.

Κάποιες φορές συλλογιέσαι -: μυθολογία αποκλειστική -:
ήσουν λοιπόν τι -; αχ, τον εαυτό σου πως ξέχασες!
ήταν η εικόνα σου αυτή; δεν ήταν ερώτηση προσωπική,
δεν ήταν τα λόγια σου, το ουράνιο σου φως, που έχασες;
Τα λόγια μου, που κάποτε είχα, το ουράνιο μου φως,
τα λόγια, το ουράνιο φως, σπατάλη και καταστροφές –
σʼ όποιον συμβεί αυτό, πρέπει να ξεχάσει ασφαλώς
και πια να μην αγγίζει τις ώρες τις παλιές.

Μια τελευταία μέρα -: φλέγεται αργά, χώροι μακρινοί,
σε χαμένο προορισμό το νερό σʼ οδηγεί,
ψηλά ένα φως σε δέντρα αρχαία θα ξεχυθεί,
που ένα παιχνίδι αντιθέσεων με τις σκιές δημιουργεί,
καρποί δεν υπάρχουν, από στάχυα στέμμα κανένα
και μετά το θερισμό τίποτα αυτός δε ρωτά –
το παιχνίδι του παίζει, τα φώτα του χαμηλωμένα
δίχως ανάμνηση – κι είναι όλα ειπωμένα πια.

 

 

 

**************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ
Τρία χρόνια μετά το τέλος του 2ου Παγκοσμίου Πολέμου κυκλοφορεί από ένα μικρό εκδοτικό οίκο στην Ελβετία μια συλλογή με 46 ποιήματα. Συγγραφέας της ένας αποτυχημένος ναζί, το νεκραναστημένο ζόμπι του γερμανικού εξπρεσιονισμού, ο αφροδισιολόγος Gottfried Benn, ο κυνικός δημιουργός του Νεκροτομείου. Η έκπληξη ίδια όπως και με την έκδοση της πρώτης του συλλογής. Νέοι λυρικοί τόνοι, μεσογειακή αύρα, φλερτ με τον ελληνορωμαϊκό μύθο, ήρεμη απόσταση από την Ιστορία, συνειδητοποίηση του λάθους και εγκαρτέρηση του αναπόφευκτου τέλους. Gottfried Benn, στρατιωτικός γιατρός στη διάρκεια των δυο παγκοσμίων πολέμων, εραστής της ποιήτριας Else Lasker-Schüler, φίλος και συνεργάτης του μουσουργού Paul Hindemith, ένα από τα «τρομερά παιδιά» του Βερολίνου, συνεργάστηκε αρχικά με το ναζιστικό κόμμα, γρήγορα όμως έπεσε σε δυσμένεια, έχασε τη δουλειά του, τη θέση του στην Ακαδημία, και από το 1938 δεν του επιτρέπεται πλέον να δημοσιεύει. Τα χρόνια της σιωπής του ήταν όμως δημιουργικά. Από το 1948 και μετά εκδίδει το ένα βιβλίο μετά το άλλο, με κορυφαία στιγμή τα Στατικά Ποιήματα, τα οποία θεωρούνται εφάμιλλα των Ελεγειών του Ντουίνο και των Τεσσάρων Κουαρτέτων.