Βιογραφικό
Αν έπρεπε κάποιος να με περιγράψει
τι θα έλεγε;
Μετρίου αναστήματος, μετρίου βάρους, μετρίου εκτοπίσματος
ποιήτρια, γυναίκα, φίλη κι ερωμένη.
Κι εγώ
μονάχα ελπίζω
πώς κάπου εκεί έξω
άφησα έναν τουλάχιστον
να πιστεύει το αντίθετο
αναγνώστη, άντρα, φίλο κι εραστή.
*
Εκδόσεις και αποδόσεις
Μια ζωή ξύπνια και μια υπνωτισμένη
εκδίδομαι μη κερδοσκοπικά
πετάω τις σελίδες μου από ψηλές ταράτσες
μα μόνο εγώ συγκινούμαι από μένα
ίσως πρέπει να βάλω ένα αντίτιμο συμβολικό στους στίχους μου και στην ψυχή μου
ακόμα και στο σώμα μου, ίσως
ίσως το δωρεάν δεν μ’ εμπλουτίζει δέος ή σεβασμό
μα ίσως η ύπαρξή μου
είναι μόνο για να χαρίζεται
και να πετιέται
από ψηλές ταράτσες.
*
Φτερά, έλικες, κινητήρες
Έχω στο κινητό μου μονίμως αποθηκευμένο ένα μήνυμα
κι όλο διστάζω να στο στείλω
“συνάντησέ με στο αεροδρόμιο. τώρα.”
Μα δεν ξέρω αν θα έρθεις
είναι που φοβάμαι να ταξιδέψω μόνη μου
ακόμα και μέχρι την αίθουσα αναμονής.
*
Χαϊκούραστη
“Είσαι χλωμή”, μου λέει η μάνα μου συχνά
στο ρομαντισμό μου βούλιαξα, επιδιώκω να γίνω βρικόλαξ
δε χλώμιασα μάνα
έριξα όλες τις σκόνες της Γης πάνω μου
για να μην είμαι κόκκινη πια.
*
Γενέθλιος τόπος
Μαρία, νιώθω απόψε πως ο κόσμος όλος πέρασε από πάνω μου
κι εσύ ήρεμη θα με ακούσεις ξανά
να οδύρομαι για τις αδυναμίες μου
για το υστερικό μου πάθος
εσύ, κι η θεϊκή σου απάθεια
κι έχουμε ακόμα τόσα γενέθλια μπροστά μας
έκλεισες σήμερα τα δεκαοκτώ
για τρίτη φορά, εκεί κολλήσαμε κι οι δύο
κι όλα όσα έχω να σου δώσω
είναι δεκαοκτώ κι είκοσι μία λέξεις
από ένα στόμα χαραγμένο σε χαμόγελο
κι από ένα γέρικο κορμί ακόμα εφηβικό
μα ξέρω
πως θα γερνάμε με τακούνια στα πόδια μας
ογδόντα φορές δεκαοκτώ, δεκαοκτούρες
ν’ αναζητάμε “δεκαοκτώ”
“δεκαοκτώ”
εκείνο το χρόνο πίσω
ξανά, απ’ την αρχή
πιασμένες απ’ το χέρι.
*
Λαξευτές
Ξυπνώντας, στέκομαι στο κεφάλι μου
να τα μαζέψω όλα εκεί μέσα, μη μείνει τίποτα εκτός
πίνω τον καφέ μου πικρό
και τα τσιγάρα μου μετράω
Βαδίζω στους δρόμους χωρίς να πατάω τις γραμμές
μετράω τα λόγια μου στα κοριτσάκια
χαράσσω μολυβιές στα σώματά τους, μα ώσπου να τελειώσω, τέλειωσα
Ξαπλώνω σ’ ένα κρεβάτι από σίδερο
κι όλο τα καρφιά του μου μπήγονται στην πλάτη
κοιμάμαι ανονείρευτος για να ξυπνήσω πάλι έτσι
αφήνοντας τις ματωμένες πρόκες πίσω μου νικήτριες
και για σημαία τους
η πλήξη μου.
*
Σκυτάλη
Τικ τοκ τρέχα
ήχησε ήδη ο πυροβολισμός
της έναρξης κυνήγα με τικ τοκ
έφυγα μπροστά κι εσύ
καθρεφτίζεσαι στα τζάμια της διαδρομής
τικ τοκ
και δε με νοιάζει αν πληγιαστείς με τα χαλίκια που σου πετάω τρέχα
γιατί θα με χάσεις στη διασταύρωση
κι ύστερα τικ τοκ
θα ‘χω κουραστεί γιατί η ζωή μου κυλάει στα γρήγορα και
ίσως να ‘μαι κιόλας γριά κι εσύ
θα χεις ξεχαστεί στη λήθη του χρόνου τικ τοκ
τικ τοκ μια βόμβα
είμαι, μη με κρατάς
τικ τοκ.
*
Στο Σ.
Πιστεύω στο χρονικό περιθώριο του “εδώ και τώρα”
αλλά κανείς δεν είναι τόσο νέος όσο εγώ
για να συνυπάρξω, το φουσκώνω με αυταπάτες
και όταν σκάει με ραίνει με τύψεις
Πιστεύω και δεν ερευνώ τις προθέσεις των άλλων
μη με παρεξηγείς, απλώς μετρώ ανάποδα τις μέρες που μου έμειναν
κι από μικρή προτιμώ να περιμένω, παρά να αναζητώ τη χάρη
πιστεύω στο “εδώ και τώρα”, μα έτσι μονάχα καταλήγω
να μην είμαι εδώ, να μην είμαι τώρα.
*
Μ.Μ.
Με πήγε μόνο του το αμάξι μου ως εκεί
κι εγώ αιχμάλωτη υπνωτισμένη οδηγούμουν
ανέβηκα δυο-δυο τα σκαλοπάτια
χτυπώντας την πόρτα μόνο λύθηκαν τα δεσμά
Αργά.
Όπως πάντα.
Είπα “εγένετο μουσική” και χόρεψα τον πιο βάρβαρο χορό μου
δεν εντυπωσιάστηκε
είπα τα πιο σκοτεινά τραγούδια μου – τα τραγουδούσε καλύτερα από μένα
κουρασμένη σωριάστηκα στο πάτωμα
Δεν ήρθε ποτέ να με σηκώσει
Κι εκεί που αναρωτιόμουν τι θέλει από μένα
γιατί με έσυρε τραβώντας τα δεσμά μου
με οδήγησε ευγενικά πίσω στ’ αμάξι μου
διαψεύδοντας τις προσδοκίες μου απ’ τους άντρες.
Κι η Μαρία μέσα μου λυσσάει να γίνει Μαγδαληνή.
*
Σάτυροι
Έχουμε σκονισμένα μυαλά, εσύ κι εγώ
εξωραϊζοντας το λέμε πως οφείλονται στο πέρασμα του χρόνου
-ξέρουμε κι οι δυο πως δεν είναι έτσι-
Το κατάλαβα όταν σε είδα
πως κι εσύ αμελείς τη σαββατιάτικη φασίνα εκεί μέσα
ίσως γιατί τις παρασκευές πίνεις πολύ
Κι ελκόμαστε κι οι δυο ζωωδώς από τα φώτα των άλλων
πεταλούδες στις λάμπες τους
τόσο, που να σμίξουμε δε θα μπορέσουμε ποτέ
εσύ κι εγώ, οι κολαστές των αγγέλων.
*
Βαδί-ζην
Πολλές φορές ζαλίζομαι τόσο
Που το όνομά μου μου φαίνεται ξένο
Πολλές φορές ζαλίζομαι τόσο
Κι είμαι έτοιμη να σωριαστώ ανάμεσά σας
Ζαλίζομαι τόσο
Ζαλίζομαι τόσο
που θέλω να αφήσω το τιμόνι στο Σταυρό
Κι η κούραση που κουβαλάω
πολλές φορές με καταβάλλει
Αν με δεις να σιωπώ
αν μ’ ακούσεις να τρέμω
μη με ρωτήσεις πάλι. Δεν ξέρω, στο είπα.
Πέρασα και προσπέρασα
εικοσιένα χρόνια, μια ζωή
*
Εθνική προδοσία
Πατρίδα μου είναι το ιστορικό τετράγωνο
Σόλωνος – Βασιλίσσης – Μεσογείων και πίσω
τα αλύπητα στενά πεζοδρόμια που δε χωράνε τις πατούσες μου
οι σύριγγες που μου τρυπάν τις σόλες
Πατρίδα μου είναι κάθε Σάββατο
που ήθελες να βγούμε κι εγώ σου έλεγα “Φτάνει
ας ζήσουμε, καλύτερα, απόψε”
και μ’ έσυρες στην άσφαλτο για να σ’ ακολουθήσω
Πατρίδα μου δεν είναι εκεί που μίσησα
είναι μια πόλη που ονειρεύτηκα αλλιώς
τριήμερα που φτιάχνουν τις ευχές μου
ιούληδες που με αποπλανούν
και κάθε απόπειρα να δραπετεύσω
πατρίδα είναι.
Πατρίδα, γιατί στα ίδια με γυρνάει.
*
Μετρίως
Αν είχα υπάρξει ολύμπια θεά θα σερνόσουν στη σκιά μου
κι εκεί θα σ’ άφηνα, κρύα και εκδικητική,
-πολλές φορές αυτό φαντασιώνομαι στον ύπνο μου-
Δεν υπήρξα, μα ξέρεις το προσπάθησα
καταλόγισέ μου τουλάχιστον αυτό
ανεπαρκής για κάθε επίδοξο εραστή
κι ελάχιστη μπροστά στις πρώην ερωμένες τους
τα δάχτυλά μου μ’ έταξαν -κι όχι το πεπρωμένο-
να τους σκοτώνω με κάθε χτύπημα
στα πλήκτρα του υπολογιστή.
****************************
Η Χλόη Ιορδανίδου είναι 21, και σπουδάζει στη Νομική











Τα βιογραφικά ως ποίηση, η ποίηση ως βιογραφικό και εν τέλει η ποίηση ως η παιδική ασθένεια μιας ζωής που δεν γυρνάει αρκετά γρήγορα
Πρόσφατα διάβασα την Εθνική σας προδοσία 🙂 Για μια στιγμή νόμιζα ότι ήταν στο facebook, αλλά γρήγορα διαπίστωσα ότι ήταν εδώ, στο Ποιείν. Δεν ξέρω τι σταμάτησε τους άλλους – εμένα τουλάχιστον, με σταμάτησε αυτό το deja vu 😉
Έχετε όλες τις προδιαγραφές -όλοι τις έχουμε- να γίνετε αυτό που μισείτε: μια αποτυχία. Δείτε κατάματα το ενδεχόμενο αυτό, μέχρι του σημείου να μη σας τρομάζει πλέον. Ο αριθμός 13 είναι μια σύμβαση – η γρουσουζιά του 21 μπορεί να είναι ακόμη μεγαλύτερη, αλλά τίποτε δε συγκρίνεται με τη μετριότητα – που στα 21 μπορεί να είναι απλώς μια οχληρή μελλοντική πιθανότητα, κάτι που θα θέλατε πάση θυσία να αποφύγετε να δείτε στα 41 ή στα 51 σας. Ο ασφαλέστερος τρόπος να καθησυχάσετε τους φόβους σας είναι να τους… ξεχάσετε (το πώς θα το βρείτε εσείς – μια λύση ίσως είναι ο πολυπόθητος, παράκλητος έρωτας). Για να μη γίνει η ποίησή σας φιλαρέσκεια, το βαυκαλίζεσθαι μιας μετριότητας, μάθετε να κοιτάτε τον εαυτό σας “απ’ έξω”, ή έστω με διαρκή αναφορά στο “έξω”, όπως πολύ όμορφα κάνετε στην Εθνική προδοσία. Αφήστε τα πολλά “μου” – δεν θεμελιώνεται ουσία στην περιουσία (όσο κι αν ο περίγυρός σας, ενδεχομένως, προσπαθεί να σας πείσει για το αντίθετο). Τολμήστε το παραλήρημα, είναι η πρώτη ύλη σας, το μάρμαρό σας – κι ύστερα σπάστε, κόψτε, λιμάρετε, λεπτουργήστε.
Είπα “λιμάρετε” και θυμήθηκα λιμό. Κι ο λιμός με πήγε στους… αστακούς. Τι σου είναι οι συνειρμοί 🙂
Ν ακούμε τους ΄”δάσκαλους” μέχρι εκεί που δε μας συντρίβουν. Κι΄ αν μας συντρίβουν τότε να τους ξανακούμε με την ελπίδα να τους συντρίψουμε και μεις με τη σειρά μας. Γραφή ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΗ και ιδιαίτερα ελπιδοφόρα μέσα στο πλήθος των γραφών μας. Ευχαριστούμε.
Καλή μου Χλόη
Μια και σπουδάζεις νομικά , μάθε πως την ποίηση
δεν κατάφερε κανένας να την νομολογήσει !!!!!!!!!
Υπογραμμίζω πως έχεις να πεις κάτι και μάλιστα
αξιόλογο ˙ συνέχισε .
Να είσαι καλά
Αγαπητή μου Χλόη,
τα ποιήματά σου είναι ψυχογράφημα. Οι λέξεις βγαίνουν απο τα 21 χρόνια σου και απ’ ότι φαίνεται διεγείρουν. Αν μου επιτρέπεις δυό υποδείξεις:
α) Ζήσε τη ζωή σου και μην τη κάνεις ποιήματα. Απλά ζήσε.
β) Κάνε ποιήματα το πέρα από σένα, που είναι κοινό για όλους τους ανθρώπους