Κανείς δεν φτιάχνει την ιστορία
ούτε τη βλέπει να γράφεται,
όπως δεν βλέπει κανείς το χορτάρι να μεγαλώνει.
Μπορίς Πάστερνακ

Τα τελευταία είκοσι, τουλάχιστον, χρόνια, απʼ όσο θυμάμαι προσωπικά, διεξάγεται με ιδιαίτερη ένταση και σφοδρότητα, κάθε χρόνο, σε συγκεκριμένες ημερομηνίες, ένας δημόσιος διάλογος περί των εθνικών επετείων, των παρελάσεων και εν γένει των εκδηλώσεων μνήμης για ορισμένα συγκεκριμένα ιστορικά γεγονότα.

Απʼ όσο γνωρίζω, – και μπορεί να κάνω λάθος, – είμαστε η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που έχει δύο εθνικές γιορτές (συν μία του Πολυτεχνείου και άλλη μία που εθιμικώ δικαίω πάει να κατοχυρωθεί, των «Δεκεμβριανών του 2008» με τον ιδιόμορφο γιορτασμό της, ο οποίος περιλαμβάνει οπωσδήποτε την καταστροφή ενός μέρους του κέντρου των Αθηνών). Οι υπόλοιπες χώρες του Δυτικού Πολιτισμού αρκούνται στην Ημέρα της Εθνικής τους Ανεξαρτησίας και φέρονται αναλόγως.

Στην καθʼ ημάς ακροτελεύτια επαρχία της Βαλκανικής και πλήρως εξοθωμανισμένης ως προς τα θέσμια της όμως, επιμένουμε να γιορτάζουμε δύο εθνικές επετείους, ημερομηνίες έναρξης σημαντικών αγώνων για την επιβίωση του τόπου. Είναι αξιοσημείωτο όμως, πως γιορτάζουμε, – μόνοι εμείς ως έθνος ανάδελφο, – την έναρξη των προσπαθειών και των πολεμικών επιχειρήσεων και όχι τη νικηφόρο κατάληξη τους, όπως κάνουν τα υπόλοιπα κράτη.

Είναι δηλωτικές της ψυχοσύνθεσης μιας κοινωνίας οι μνήμες που θέλει να διαιωνίζει και εκείνα που θέλει να ξεχάσει. Στην Ελλάδα εδώ και πολλές δεκαετίες έχουμε κάνει σαφείς επιλογές ως κοινωνία. Γιορτάζουμε την έναρξη του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα για την εθνική ανεξαρτησία την 25η Μαρτίου του 1821 (γεγονός ιστορικά ανύπαρκτο, αλλά βολικό στα πλαίσια μιας συγκεκριμένης κυρίαρχης επί 190 χρόνια ιδεολογίας) και την 28η Οκτωβρίου του 1940 ως ημέρα έναρξης του πολέμου κατά των Ιταλών εισβολέων και εισόδου της χώρας στον Βʼ Παγκόσμιο πόλεμο στο πλευρό των συμμάχων και κατά των δυνάμεων του Άξονα.

Οι επιλογές είναι σαφείς, ξεκάθαρες και δηλωτικές μιας επιλεκτικής αμνησίας που θέλουμε να έχουμε ως κοινωνία. Και για να μην υπάρξουν παρεξηγήσεις: προτιμάμε να γιορτάζουμε την έναρξη και όχι τη λήξη των πολεμικών συγκρούσεων, γιατί κάθε φορά, ενώ οι υπόλοιποι λαοί μετά τη λήξη των πολέμων ξεκινούν να γιατρεύουν και να επουλώνουν τις πληγές τους, εμείς συνεχίζουμε με θαυμαστή επιμονή τον πόλεμο μόνο που αυτή τη φορά μεταξύ μας. Και κάθε φορά μπήγουμε με ιδιαίτερη σκληρότητα και μίσος το μαχαίρι στο κορμί του αδελφού, για να μην μείνει η παραμικρή αμφιβολία για τις αυτοκτονικές και αδελφοκτόνες τάσεις μας.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, το γεγονός, ότι οι πατροπαράδοτες αντίπαλες παρατάξεις, με αξιοσημείωτη συνέπεια, κάθε χρόνο, στις ανάλογες συγκυρίες, προβάλλουν τα ίδια ακριβώς επιχειρήματα εδώ και πολλές δεκαετίες, υπέρ ή κατά των παρελάσεων ή των γιορτασμών των εθνικών επετείων. Είναι ένα ακόμη χαρακτηριστικό δείγμα ή απόδειξη για το βαθύ σχίσμα που υπάρχει στην ελληνική κοινωνία, ένα σχίσμα που τείνει να επαναλαμβάνεται κάθε 60 – 70 χρόνια στη νεότερη ιστορία με οδυνηρές συνέπειες για τον τόπο και την κοινωνία.

Τα τελευταία δύο χρόνια και με αφορμή την κρίση, οι δύο αυτές αντιτιθέμενες παρατάξεις, σε αγαστή συνεργασία και με τη βοήθεια οπαδών ποδοσφαιρικών ομάδων (!) προσπάθησαν να οικειοποιηθούν τις διάφορες εορταστικές εκδηλώσεις, με ενέργειες που προδίδουν τον βαθιά αντιδημοκρατικό, ολοκληρωτικό και αντικοινωνικό τους χαρακτήρα. Προδίδουν επίσης την πείσμωνα άρνηση της ελληνικής κοινωνίας να συζητήσει τα μεγάλα ζητήματα της πρόσφατης ιστορίας της με νηφαλιότητα, επιστημονική συγκρότηση και μακριά από ιδεοληψίες και στερεότυπα του παρελθόντος.

Είναι απορίας άξιον που τόσο όψιμα ανακάλυψαν το κρυμμένο νόημα «αντίστασης» σε «κατοχικές δυνάμεις», σε «ξένους κατακτητές» και άλλα φαιδρά που ισχυρίζονται, προσπαθώντας να ψαρέψουν τα θολά νερά της αγανάκτησης και της απόγνωσης ενός μεγάλου τμήματος του πληθυσμού.

Ο τρόπος που γιορτάζει μια κοινωνία τις σημαντικές ημερομηνίες της ιστορικής της πορείας είναι αντανάκλαση, κυρίως, του ήθους που έχει διαμορφώσει στο πέρασμα των χρόνων. Οι ημερομηνίες που επιλέξαμε (;) και ο τρόπος με τον οποίο τις «τιμούμε», προδίδουν μια κοινωνία σε πλήρη σύγχυση, σε κατάσταση απόλυτης άρνησης τόσο της ιστορικής παράδοσης όσο και της πραγματικότητας, αλλά και τον φόβο της να αντικρύσει την ιστορική αλήθεια. Παράλληλα, δείχνουν πως η συντριπτική πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας παραμένει προσκολλημένη στο παρελθόν, σε ένα παρελθόν γεμάτα διχασμούς και αποκλεισμούς των μεν και των δε.

(αναδημοσίευση από http://www.athina984.gr/ )