Η ΣΑΛΩΜΗ ΣΤΟ ΠΡΕΒΑΖΙ ΤΟΥ ΨΥΧΙΑΤΡΕΙΟΥ
Εξύψωσις και πτώσις στον οίκο της στέρησης∙ σαν καθρεφτίζεται στα μάτια της Σαλώμης ο Ιωάννης άνευ κεφαλής με σώμα ανεπίτρεπτα νεκρό, με βλέμμα ανεπίτρεπτα ζωντανό.
Πες μου, μοναχή είσαι ή εταίρα;
Πες μου, αναμάρτητους μάρτυρες στο μαρτύριό σου ψάχνεις
ή λάγνους θνητούς να διεισδύσουν στη γοητεία σου;
Βροχορραγείς, αιμορραγία του ουρανού και ίσως του Θεού,
για να ξεπλύνεις το έγκλημα
και σε μονή, μόνη, εκκολαπτόμενη γυναίκα στον τόπο ενός προφήτη οδηγείσαι.
Κι είναι η μοναστηριακή ζωή σου που κάνει την αμαρτία εκκωφαντικά υπαρκτή.
Και ησύχως ακρωτηριασμένη καθαγιάζεσαι,
με προσευχές και επικλήσεις ραπίζεσαι.
Μα ξέρεις καλά πως ο χορός σου εφτά πέπλα έχει,
Κι εσύ μόνο το ένα μας έχεις φανερώσει, τα υπόλοιπα τα κρύβεις στο πρεβάζι.
***************
ΜΥΣΤΙΚΟΣ ΔΕΙΠΝΟΣ
Αναφέρεις νηστεία, κι όμως χτες ο Λούκουλος χάιδευε τα όνειρα σου
και η κοιλιακή σου χώρα γέμισε σμύρνα και χρυσό,
και η νηστεία φόρεσε γοητεία.
Είπαν πως ο Λούκουλος έκανε παρέα με τον Μίδα.
Τι κι αν προσευχήθηκα μπροστά σε πιάτα αδειανά,
έκθαμβη για την ενδεχόμενη τροφή της ανάστασης,
εσύ θα βγάλεις νερό και αίμα από τη χούφτα σου
και όλο τον κόσμο θα θρέψεις με την ασωτία της σταύρωσης.
Δε σε ερωτεύτηκε η ιδέα μου αλλά το σώμα μου
κι ο ερωτάς μου ήταν φθαρτός,αγλαόμορφος και τροπαιοφόρος,
μα στο τέλος νεκρώσιμος ίσως και νηστικός
ή μήπως βρέθηκα με την κοιλιά του αρχιτέκτονα χωρίς να το καταλάβω?
Σκόρπισε ο σκορπιός και έγινε σταυρός, μεταμόρφωση σωτήρος,
και γλίτωσε το δηλητήριο του τσιμπήματος του.
Κι αφού επισήμως αποβραδύς τη γεύση μας τιμούμε,
άσε με στα σπλάχνα σου την προδοσία μου να θρέψω,
μήπως κι εγώ μαζί σου σταυρωθώ κι έτσι ίσως να αναστηθώ και να προσκυνηθώ
και κάποιος άλλος και για μένα να ετοιμάσει δείπνο μυστικό.
**************
ΜΕΛΑΝΑ ΧΟΛΗ
Να που σου δείχνω το όριο στην αγάπη,
τούτη η αγκαλιά που από άντρα σε μεταμορφώνει σε ένα λευκό γυμνό αγόρι.
Φιλάω τα μάτια, τα οστέινα σχεδόν άυλα ζυγωματικά, τη μύτη, τα μάγουλα,
ίσα να επιβεβαιώσω ότι υπάρχουν εκεί, ότι είναι.
Τα χείλη; Όχι, τα χείλη σου δεν τα φιλώ αλλά τα φυλάω απ τα λόγια του έρωτα.
Είσαι τόσο όμορφος, σου πάει η μελαγχολία,
είναι σα να έχεις στο πρόσωπο σου τη γλυκιά κούραση που φέρνει ένα καλό γαμήσι
ή σαν τη μακαριότητα που φέρνει η εκ του ασφαλούς σκοποφιλική σου ματιά
στη γεύση του θανάτου, κι ας κατεβάζεις το κεφάλι.
Θα ήθελα να μπορούσα να σε ζωγραφίσω , να σε κάνω εικόνα ή έστω εικόνισμα
γιατί οι λέξεις που σε κάνω μου φαίνονται ορθολογικά περιπαθείς.
Ενώ η εικόνα.., η εικόνα έχει τη διαθεσιμότητα του όλα και τον αποκλεισμό των πάντων,
έχει την αγριότητα ενός αρχαϊκού αισθητηριακού ολοκαυτώματος και την αγιότητα
ενός παρθενικού αγγίγματος.
Δεν είσαι αδύναμος, είσαι δυναμιτάκι,
από εκείνα που ρίχνουν για πλάκα και για πάταγο τις Πασχαλιές,
και αυτό ευθαρσώς σκάει στα χέρια πριν καν εκτοξευθεί.
Ο πάταγος και η παταγώδης αποτυχία, από λευκό γυμνό αγόρι
γίνεσαι μπάλα που φέρει μέσα της το πυρ και την μανία, ανεμόσκαλα στην κόλαση του Δάντη,
μεταπηδάς από την ίαση στη γειτνίαση, κι έτσι ίσως σωθείς,
προσποιούμενος τον κομπάρσο.











Στεκόμουν εκεί ήσυχα,
κρύβοντας το μικρό μου μεγαλείο.
Δεν αναρωτιόμουν για την πύλη της ντουλάπας.
Δεν αναρωτιόμουν για το τελετουργικό του ύπνου
όταν, στα ψυχρά πλακάκια του μπάνιου,
με ξάπλωναν καθημερινά
για να μ’ εξετάσουν για ψεγάδια.
Εκείνες τις εποχές… [Ζήσε ή πέθανε, 1966] (απόσπασμα)