Βαθαίνει η νύχτα

Βαθαίνει η νύχτα
μέσα από μουγκρητά
Φλόγες εκτινασσόμενης οργής
τα μεσημέρια των γλάρων
σμίγουν με χειρο-κροτήματα
με ιαχές αποκοπής.

Διαμέλιση επιούσιας σωτηρίας.
Κραδασμοί.
Το γήρας προσκρούει
στην υπερηφάνεια
στης καρδιάς τον νυμφώνα

Το σκοτάδι πληθαίνει.
Η διαμαρτυρία σύννεφο
Χάνεται ενώ διαπλέει
την πλατεία μαρμαρυγής.

Ο κώνωψ έκανε το χρέος του
Μας ήπιε

*****

 

Τα λόγια

 

Για ν’ ακουστούν εδώ τούτα τα λόγια
πρέπει να αντέχουν οι πιρόγες
Τα σύννεφα σαν κλαίνε φουσκώνουν το ποτάμι
σηκώνουν άνεμο και κανείς δεν ξέρει το μετά

Για ν’ ακουστούν εδώ λόγια μαγνήτες
τα μέταλλα έτοιμα, καθαρισμένα από τις σκόνες
και καρφωμένα στην προκυμαία της πυγμής
χρειάζεται να είναι

Περιστρέφονται οι ήχοι
επιστρέφοντας τις πλάνες αναμνήσεις
στις παλαιές φθαρμένες τους θήκες και τότε
Ένα μ’ εμένα γίνονται και λένε:

Τα λόγια μου σπαθιά στη γλώσσα ακονισμένα
Δεν μιλώ πια με προφάσεις
Δεν μιλώ με διαρρήκτες ή ευνούχους
Δεν συνομιλώ με φονιάδες σαν άλλοτε
Δεν εξασθενώ στο φτύσιμο του αίματος
Όσο μου αφαιρείται, δυναμώνω

Είμαι η φωλιά των λόγων
Σε τέτοια μεταμορφώθηκα μετά τα τελευταία νέα
Μας πήραν – λένε – παραμάσχαλα οι έρημοι
και αποθάναμε ζωντανοί στην εξουσία
Τέτοια η γενιά μας

Μασώ και φτύνω αίμα φιλάργυρο
Αίμα μειοδοσίας
Τι κατάντια και τούτη των νιάτων μας
Αγέλες αγέλες στην πυρά του Αποσπερίτη
και τίποτα άλλο
Ύστερα…τίποτες άλλο

Και τότε πεθαίνουν οι λέξεις μου, λιώνουν
Σαν βούτυρο στο τηγάνι
Σαν κρέας στο χώμα χωμένο
Λιώνουν δίχως να χάνονται
Με μορφή υγρασίας βυθίζονται στις μήτρες των κοριτσιών
Να τις ξαναγεννήσουν

Αλλάζοντας μορφές θα επιστρέφουν
Σαν ύπνος των βρεφών πριν το απογαλάκτισμα
Πριν το πρώτο χαμόγελο αναπαυθεί στα χείλη
Να σημαδεύουν τη ρίζα και τα όρια
Τα πληγιασμένα πλευρά της γνώσης
Το μαρασμό της φαντασίας
Την αναπηρία του μέλλοντος

Λιώνουν δίχως ποτέ να χάνονται
Σαν μάνες θα μιλούνε στις γενιές μας
σαν γριές θα τις μαλώνουν
σαν πεθερές θα τις κακίζουν
να έρθουν, να γίνουν, να φανούν
αντάξιες των όσων η λανθάνουσα αγάπη καταστρέφει

 

*****

Ο αιώνιος Βράχος

 

Στις έρημες γωνιές των δρόμων
κρύβεται η συγγνώμη των ετών.
Πουθενά αλλού δεν θ’ αντικρίσεις τη ζωή σου
πιο μόνη
ούτε πιο υπεύθυνη.

Στα στενά πίσω απ’ τα εγκαταλελειμμένα εργοστάσια
θα σε αγκαλιάσει όλος ο πλούτος μιας εποχής
που δεν έζησες
και όλα όσα σου είπανε θα γίνουνε δικά σου.

Μεσημέρι Κυριακής ηλιόλουστης.
Λίγο πιο πέρα
στα βράχια της Πειραϊκής
βλέπεις τα πλοία στην καθορισμένη πορεία τους
κι εσύ εκεί
Καρφωμένος,
δήθεν γαλήνιος
με τη θέα που δεν ζεις
ταράζεις συναισθήματα

Οι κινήσεις σε προσπερνούν
καθώς ο ήλιος ταλαντώνει μέσα σου
συνείδηση και θύμησες και στεριές
ενώ η θάλασσα μπροστά σου, αεικίνητη
σε χωρίζει από το καράβι που σου ξέφυγε
κι έφυγε μόνο του γι’ άλλη μια φορά.

Είναι ο ίδιος ήλιος που φυτεύει μέσα σου ελπίδες
για ένα μέλλον αίσιο
κι ας ψιθυρίζει το σκουλήκι της αμφισβήτησης
«φρούδο θα ’ναι».

Δεν έχει νόημα η στιγμή δίχως εσένα.
Παρέα με τα φαρμακωμένα λόγια σου πατάς το τσιγάρο
με πείσμα
όμως μόνο το τακούνι μοιάζει να συνθλίβεται
στον αιώνιο βράχο της Πειραϊκής
λίγο πιο πέρα
από τα ερειπωμένα εργοστάσια.