Απόψε δε νυχτώνει στο Άμστερνταμ

Καθιστός στο παλιό ντιβάνι
γράφεις αράδες
και σιωπηλά αμφιβάλλεις.
Μια μυστική πυξίδα δείχνει
το νότο καθώς
οι πλανήτες βγήκαν απ’ την τροχιά τους
κρυφά και
το ω-Μέγα του έρωτα
έγινε ο-Μικρόν
μικρότατον.
Θλιβερός ρομαντισμός
γοητευτικός σαν τη μοναξιά
να τον αποφεύγεις, λένε.
Το ραδιόφωνο σου μεταδίδει ειδήσεις
εκρήξεις.
Παίρνεις κλήση για καθυστερημένες
οφειλές.
Από το βάθος της κάμαρας ακούς
τη διαδήλωση που περνάει.

Πίσω στην αράδα -τόπος μαγείας-
καθώς οι ώρες προχωρούν
φτιαγμένες μόνο από λυκόφως
επιτέλους αναθαρρείς.

 

Λευκή τραγωδία
Το σκηνικό στήθηκε.
Μαύρα σύννεφα
μοναχικά κι απαίσια
συνάχτηκαν λίγο-λίγο
και σκεπάζουν τη σκηνή του μυαλού.
Ματαιώσεις, έρωτες και βαρετή συμπόνια
οι πρωταγωνιστές μας, όλοι σε ρόλους αξέχαστους
και γύρω άξιοι κομπάρσοι
ο φθόνος και η συγκυρία
μαεστρικά καθοδηγούνται απο το σκηνοθέτη
χρόνο.
Φώτα,μουσική,υποκρισία
θα φροντιστούν όλες του έργου
οι ανάγκες
κι όταν η αυλαία πέσει τελικά
το τελευταίο χειροκρότημα θα ‘ναι
για την κουρελιασμένη ελπίδα.

 

Λογική
Σ’ ένα καράβι βρίσκομαι
Μάλτα, Μαγιόρκα, Αμοργό
όλο ταξιδεύω, προχωρώ.
Κάθε λιμάνι μ’ απομακρύνει
από το θυμικό και τη φύση
και την ελπίδα της άγνοιας.
Νωρίς τη μέρα ξυπνώ
τα αιώνια νερά ν’ ατενίσω
τους φάρους και τα δελφίνια,
Μα σαν πιάνουμε λιμάνι
κρύβομαι στην καμπίνα με βιάση
να περάσει ο κόσμος
να γλιτώσω τις τυχαίες ματιές
τις αυθόρμητες χειραψίες.
Μόλις ξεκινάμε ανασαίνω.
Τόσον καιρό βαριόμουν τα ταξίδια
δεν αποφάσιζα το μέσον
όσο που κάποιος μου μίλησε για το πλοίο.
Είναι η πιο λογική επιλογή
μου είπε.