Δημήτρης Τριανταφυλλίδης, ©http://samizdatproject.blogspot.com/

Αυτοπροσωπογραφία

Είναι λεπτός, σα κλωναράκι. Αξύριστος και σκυθρωπός.
Τρία μερόνυχτα τώρα από κάτω του
τρίζει το στρώμα.
Μια ορειχάλκινη σκιά κρέμεται στον τοίχο.
Και τα χείλη σφιγμένα, αχνίζοντας, ξερογλείφονται.

«Γεια σου, – λέει βραχνά, – στην ρωσική ποίηση.
Να σας δώσω ένα μπιστολάκι; Ή, μήπως, ένα ξυράφι;
Είστε μεγαλοφυΐα; Τότε θα πρέπει να είστε πιο κυνικός απέναντι στο χάος …
Μήπως, όμως, μετανιώσουμε; . .

Θα σαλιώσουμε την εφημεριδούλα και μετά από ένα λεπτό
Θα ξεδιπλώσουμε την αυτοκριτική, σα στριφτό τσιγάρο; …»

Γιατί σε αγκαλιάζει μπροστά μου;
Γιατί δοκιμάζει το κασκόλ μου;
Και μισοκλείνοντας τα ματιά λιμπίζεται τα τσιγάρα μου …

Πίσω μου σʼ εχώ! Πίσω μου !
SOS!

1963

АВТОПОРТРЕТ

Он тощ, словно сучья. Небрит и мордаст.
Под ним третьи сутки
трещит мой матрац.
Чугунная тень по стене нависает.
И губы вполхари, дымясь, полыхают.

«Приветик, — хрипит он, — российской поэзии.
Вам дать пистолетик? А, может быть, лезвие?
Вы — гений? Так будьте ж циничнее к хаосу…
А может, покаемся?..

Послюним газетку и через минутку
свернем самокритику, как самокрутку?..»

Зачем он тебя обнимет при мне?
Зачем он мое примеряет кашне?
И щурит прищур от моих папирос…

Чур меня! Чур!
SOS!
1963

Είμαστε νομάδες

είμαστε νομάδες,
προφανώς,
σήμερα θα διανυκτερεύσουμε από θαύμα
και μετά βλέπουμε !

Τα σπίτια μας είναι γιάφκες,
σαν εκείνες των πνευματιστών,
ξένοι τοίχοι ηχούν σα ναοί,
ξένα δράματα,

από τους τοίχους σαν πυρκαγιά πετάγονται οι πίνακες κι οι μοναχοί …
για να ρίξουμε μια ματιά –
τι υπάρχει στο ψυγείο ;

Το γκάζι στην κουζίνα δεν μας περιμένει,
κανείς εμάς δεν μας τηλεφωνεί,

μία φυλή ανάμεσα σε ξένους,
και σαν εγκαύματα,

που τα φιλιά τους λάμπουν στο σκοτάδι,
δίχως να έχουν πλήρως επουλωθεί;

Γλυκιά μου, γλυκιά μου, τι σου συμβαίνει;
μεταναστεύσαμε σε χώρα μακρινή,
μα τι ʽναι τούτη η πολιτεία, έρημη σαν το γουρούνι,
που τα αισθήματα του κρύβει;

Είναι ντροπή την κοιλιά σου να παχαίνεις σαν αξιωματούχος –
γιατί όμως,

όταν είμαστε κοντά, όταν περνάμε καλά –
τι το κακό έχει;

Είναι επικίνδυνο από καθέδρας ανοησίες να λες –
ποιον κίνδυνο όμως φέρνετε εσείς;

δεν είμαστε επικίνδυνοι, εσείς όμως είστε αλευράδες,
ανθρωπάκια,
για τα οποία
ο έρωτας
επικίνδυνος είναι!

Μισητοί συνωμότες! . .
Να βάλουμε φωτιά στην ταπετσαρία; Να σκίσουμε τους πίνακες;
Να πετάξουμε στον τοίχο
το σερβίτσιο, καθώς θα περνάμε;

«Μην πειράξεις το πιάτο, είναι ξένο».
1964

Мы — кочевые,
мы — кочевые,
мы, очевидно,
сегодня чудом переночуем,
а там — увидим!

Квартиры наши конспиративны,
как в спиритизме,
чужие стены гудят как храмы,
чужие драмы,

со стен пожаром холсты и схимники…
а ну пошарим —
что в холодильнике?

Не нас заждался на кухне газ,
и к телефонам зовут не нас,

наиродное среди чужого,
и как ожоги,

чьи поцелуи горят во тьме,
еще не выветрившиеся вполне?

Милая, милая, что с тобой?
Мы эмигрировали в край чужой,

ну что за город, глухой как чушки,
где прячут чувства?

Позорно пузо растить чинуше —
но почему же,

когда мы рядом, когда нам здорово —
что ж тут позорного?

Опасно с кафедр нести напраслину —
что ж в нас опасного?

не мы опасны, а вы лабазны,
людье,
которым
любовь
опасна!

Опротивели, конспиративные!..
Поджечь обои? вспороть картины?
об стены треснуть
сервиз, съезжая?..

«Не трожь тарелку — она чужая».
1964


Η μπαλάντα της νοσταλγίας

«Μπαλάντα; Για τη νοσταλγία; Για το θανατηφόρο χάπι;!.»
Τι ξεροκεφαλιά !
Ξεχάσατε του Πούσκιν το βόλι!

Που οι αγέρηδες λυσσομανούσαν σαν από τρύπες κλαρινέτων,
Στα χτυπημένα κεφάλια των καλύτερων ποιητών.
Σα βέλος διαπέρασε η βλακεία και η αγένεια
Έφτασε στους απογόνους η οχλοβοή του καπηλειού!
Και δεν υπήρχε νοσταλγία. Υπήρξε, όμως, η αρχή.

Στη γη χανόμαστε σα να περνάμε την πόρτα του σταθμού.
Κι η νοσταλγία σαν την άκρη του τούνελ, κατάμαυρη …
Μήπως είναι αθάνατη;
Ή μήπως είναι άγνωστη; …

Δεν υπάρχει θάνατος. Δεν υπάρχει νοσταλγία. Υπάρχει της σφαίρας η τροχιά –
Η δεύτερη προβολή της ίδιας ευθείας.

Στην φύση εκ σχεδίου δεν υπάρχει η νοσταλγία.
Θα είμαστε αθάνατοι.
Αυτό ακριβώς

1967

БАЛЛАДА ТОЧКИ
«Баллада? О точке?! О смертной пилюле?!.»
Балда!
Вы забыли о пушкинской пуле!

Что ветры свистали, как в дыры кларнетов,
В пробитые головы лучших поэтов.
Стрелою пронзив самодурство и свинство,
К потомкам неслась траектория свиста!
И не было точки. А было —— начало.

Мы в землю уходим, как в двери вокзала.
И точка тоннеля, как дуло, черна…
В бессмертье она?
Иль в безвестность она?..

Нет смерти. Нет точки. Есть путь пулевой —-
Вторая проекция той же прямой.

В природе по смете отсутствует точка.
Мы будем бессмертны.
И это —— точно!
1967

Ο Αντρέι Βοζνιεσένσκι με τον Άλεν Γκίνσμπεργκ
Φωτογραφία του Hank o Heal

Ο μονόλογος ενός μπίτνικ
Η εξέγερση των μηχανών

Τρέξτε – σπίτι σας, στην Αίτή, στους καθολικούς ναούς, στους απόπατους,
στην Αίγυπτο –

Τρέξτε !

Ουρλιάζοντας και νιαουρίζοντας, οι ορδές τον μηχανών αχνίζουν:
«Κρέας!»

Οι μηχανές μας μαύρισαν,
Γίναμε σαν τον Μπάτι.

Στα δικαστήρια τους οι ξετσίπωτοι συκοφάντες,
Πίνοντας βενζίνη με τα ποτηράκια τους,
Λογαριάζουν: ποιος στην Αγγλία
Διέταξε την εξέγερση των μηχανών;
Ας τρέξουμε! …

Και τη νύχτα, αναθαρρώντας,
Λέει το ρομπότ
Στον δημιουργό του:

«Βρες μου, – λέει, σύζυγο!
Έχω αδυναμία, λέει, στις μελαχρινές. –
Μʼ αρέσουν οι τριαντάρες.
Βρες μου με το καλό! …»

Ω, αρπακτικά πράγματα του αιώνα!
Έθεσαν βέτο στην ψυχή.
Κρυβόμαστε στα όρη και στις γενειάδες,

Βουτάμε γυμνοί στα νερά,
Μα τα ποτάμια στερεύουν, γιατί
Στις θάλασσες τα ψάρια ξεψυχούν…

Οι γυναίκες γεννούν Ρολς Ρόις …
Ραδιενέργεια !

… Ψυχή μου, θεριό μου,
Μέσα στα παρασκήνια της πόλης
Σα σκύλος δεμένος με σχοινί,
Κυκλοφορείς και σκούζεις.

Η εποχή όμως σφυρίζει όμορφα
Πάνω από το φλεγόμενο Τεννεσί
Μυστηριώδης, σα σειρήνα,
Με σασί από ντουραλουμίνιο.

1967

МОНОЛОГ БИТНИКА
Бунт машин

Бегите — в себя, на Гаити, в костелы, в клозеты,
в Египты —
Бегите!

Ревя и мяуча, машинные толпы дымятся:
«Мяса!»

Нас темные, как Батыи,
Машины поработили.

В судах их клевреты наглые,
Из рюмок дуя бензин,
Вычисляют: кто это в Англии
Вел бунт против машин?
Бежим!..

А в ночь, поборовши робость,
Создателю своему
Кибернетический робот:

«Отдай,— говорит,— жену!
Имею слабость к брюнеткам,— говорит.—
Люблю на тридцати оборотах.
Лучше по-хорошему отдайте!..»

О хищные вещи века!
На душу наложено вето.
Мы в горы уходим и в бороды,

Ныряем голыми в воду,
Но реки мелеют, либо
В морях умирают рыбы…

От женщин рольс-ройсы родятся..
Радиация!..

…Душа моя, мой звереныш,
Меж городских кулис
Щенком с обрывком веревки
Ты носишься и скулишь!

А время свистит красиво
Над огненным Теннесси,
Загадочное, как сирин
С дюралевыми шасси.

1967

Σημείωμα προς την Ε. Γιανίτσκαγια,
πρώην δαχτυλογράφο του Μαγιακόβσκι

Κάτι σας χρωστούσε ο Μαγιακόφσκι.
Θα σας το δώσω.
Συγχωρείστε τον – δεν έζησε πιο πολύ.

Η ζωή μου καθορίζεται
από το γεγονός ότι πρέπει να πληρώσω για τον Λέρμοντοφ, για τον Λόρκα
ατελείωτα χρέη.

Ευχαριστώ τους πατέρες και τους προπαππούδες.
Γύρνα, της εποχής τροχέ …
Ποιος όμως θα πληρώσει για μένα,
Ποιος θα ξοφλήσει για όλα, για όλα;

1963

ЗАПИСКА Е.ЯНИЦКОЙ, БЫВШЕЙ МАШИНИСТКЕ МАЯКОВСКОГО
Вам Маяковский что-то должен.
Я отдаю.
Вы извините — он не дожил.

Определяет жизнь мою
платить за Лермонтова, Лорку
по нескончаемому долгу.

Наш долг страшен и протяжен
кроваво-красным платежом.

Благодарю, отцы и прадеды.
Крутись, эпохи колесо…
Но кто же за меня заплатит,
за все расплатится, за все?

1963

Ο Bob Dylan με τον Αντρέι Βοζνιεσένσκι στην Μόσχα το 1985

Ο Μαγιακόφσκι στο Παρίσι

αφιερωμένο στον καλλιτέχνη του δρόμου

Η Λίλι Μπρικ είναι ξαπλωμένη στην γέφυρα,
που την έχουν σιδερώσει τα αυτοκίνητα.
Κάτω από τα πέλματα, κάτω από τα λάστιχα,
η κόρη του ματιού λάμπει σα νόμισμα!

Οι πεζοί πετάνε την πληρωμή τους.
Και σαν τραύμα,
ο Μαγιακόφσκι,
με ματωμένη την καρδιά,
σαν τραπουλόχαρτο σε κορνίζα,
είναι πασαλειμμένος πάνω σε τούτη δω τη γέφυρα.

Πώς περνάτε, ποιητή, με την αγαπημένη; !
Μάλλον θα πρέπει να ξεφύγετε απʼ την μοίρα,
για να αποτυπωθεί η μορφή σας,
όπως στη Χιροσίμα,
πάνω στην γέφυρα!

Το πλήθος βιαστικά πάνω απʼ το στήθος Σας περπατάει,
Ο Σηκουάνας κυλά από την πλάτη πίσω.
Και, σαν την αγελάδα του Θεού, το λεωφορείο,
τρέχει, γελώντας λες και το γαργαλούν.

Μια ταραχή σας πιάνει!
Η γέφυρα αχνίζει,
τη νύχτα μέσα από τους πόρους της ασφάλτου
ποτίζοντας σαν πασχαλιά,
το Παρίσι.

Μεγαλοφυΐα. Άσωτος. Φουτουριστής με καρότο.
Με αδυναμία στις γέφυρες. Πρέσβης της Γης …
Κανείς δεν ήρθε
στην έκθεση Σας
Μαγιακόφσκι.

Εμείς θα ερχόμασταν.

Θα μας απαγγέλατε κάτι,
πόσο μοιραία μας λείπετε.

Με σφραγίδα ορειχάλκινη τη νύχτα
σφραγίζονται τα χείλη.
Και η σπονδυλική Σας στήλη
δεν είναι το αλουμινένιο φλάουτο
που πετάει πάνω από την γέφυρα.
Μαγιακόφσκι μοιάζετε με γέφυρα.
Θα ʽρθει η εποχή
σαν τον αθλητή της γυμναστικής
που θανʼ τα πόδια του ψηλά
και με τις παλάμες θα μας αγγίζει.

Η πλατεία σας μοιάζει με γέφυρα,
όπως είναι τʼ αυτοκίνητα κάτω από την γέφυρα
έτσι και κάτω από τα πόδια του Μαγιακόφσκι
είναι η Μόσχα του Μαγιακόφσκι.

Με τον Μαγιακόφσκι απειλεί τους ηλίθιους
η καθαρότητα του Μαγιακόφσκι!

Χιλιάδες σας επευφημούν στα στάδια.
Τι πιστεύετε;
Πώς αναπνέει
Ο Μαγιακόφσκι, συντρόφισσα γέφυρα;

Γέφυρα. Παρίσι. Περιμένουμε να φανούν τʼ αστέρια.

Παραμονεύει η δύση
μισοκοιμισμένη κάτω από το ίχνος
του αεροπλάνου
θαρρείς κι ήταν ξυράφι πάνω στο πρόσωπο.

1963

Το πουλί της Νέας Υόρκης

Στο παραθύρι μου κάθεται
σε φεγγαρένιες μονογραφές
ένα πουλί από αλουμίνιο –
αντί για σώμα
σκελετός αεροπλάνου

και πάνω στον λαιμό του ένα παξιμάδι
σαν γλώσσα φλόγας
πάνω από ένα γιγάντιο αναπτήρα
αχνοφέγγει
ένα γυναικείο
πρόσωπο!

(Σε σεντόνι καπιταλιστικό
Τυλίξου, κοιμήσου φίλε μου.)

ποιος είναι; Παραλήρημα της κυβερνητικής;
Μισορομπότ; Μισοδαίμονας;
ένα μείγμα της βασίλισσας των μπλούζ
και ενός ιπτάμενου δίσκου;

μήπως είσαι η ψυχή της Αμερικής
που κουράστηκε από τις διασκεδάσεις;
ποια είσαι νεαρή χίμαιρα
με το τσιγάρο στα χείλη;

κοιτάζουν όμως ακίνητα
δίχως να έχουν βγάλει την κρέμα νυκτός
τα μάτια μιας
από το Μίσιγκαν

έχει τέτοιες μελανιές
από το γκάζι κάτω από τα μάτια
πουλί τι προβλέπεις;
Πουλί μην τολμήσεις να πεις ψέματα.

θα μου πεις τι ξέρεις;
κάτι παράξενο απʼ έξω
κάτι που προαναγγέλλεται
μέσα από την φλέβα ορθώνεται μέσα μου.

ο ατομικός αιώνας κοιμάται στην κρεβατοκάμαρα . . .
(Ουρλιάζω, βρίζοντας,
κι ο συνεργάτης μου, σα ζεματισμένος
κάθεται στο κρεβάτι.)

1967

НЬЮ-ЙОРКСКАЯ ПТИЦА
На окно ко мне садится
в лунных вензелях
алюминиевая птица —
вместо тела
фюзеляж
и над ее шеей гайковой
как пламени язык
над гигантской зажигалкой
полыхает
женский
лик!
(В простынь капиталистическую
Завернувшись, спит мой друг.)
кто ты? бред кибернетический?
полуробот? полудух?
помесь королевы блюза
и летающего блюдца?
может ты душа Америки
уставшей от забав?
кто ты юная химера
с сигареткою в зубах?
но взирают не мигая
не отерши крем ночной
очи как на Мичигане
у одной
у нее такие газовые
под глазами синячки
птица что предсказываешь?
птица не солги!
что ты знаешь, сообщаешь?
что-то странное извне
как в сосуде сообщающемся
подымается во мне
век атомный стонет в спальне…
(Я ору, и, матерясь,
Мой напарник, как ошпаренный,
Садится на матрас.)

Στριπτίζ

Ουρλιάζω
Η χορεύτρια γδύνεται, ηλίθια …
Ουρλιάζω; . . .
Ή με τυφλώνει ο προβολέας;

Βγάζει το κασκόλ, σκίζει την μαντίλα, τρέμουλο.
Πως βγάζουν την φλούδα από το πορτοκάλι.

Μα στα μάτια μια θλίψη, σαν των πουλιών.
Ο χορός αυτός ονομάζεται «στριπτίζ».

Παράξενος χορός. Στο μπαρ φαλάκρες και σφυρίγματα,
Σαν βδέλλες,
τα μάτια των μεθυσμένων χύθηκαν.

Εκείνος ο κοκκινοτρίχης, λερωμένος με αυγά,
Κάνει σαν κομπρεσέρ!

Εκείνος, σαν κοριός –
ακομπλάριστος και τρομερός.
Το σαξόφωνο ουρλιάζει την Αποκάλυψη!

Καταριέμαι το μέγεθος σου Οικουμένη!
Την λάμψη του Άρη στις γέφυρες,
Καταριέμαι,
Λατρεύοντας και καμαρώνοντας σε.
Λικνίζεται αέρινα η γυναίκα υπό τους ήχους της τζαζ. . .

«Εσύ, Αμερική;» ρωτάω σα βλάκας.
Κάθεται, ανάβει τσιγάρο.

«Νεαρέ, – λέει, – έχετε παράξενη προφορά.
Παραγγείλτε μου μαρτίνι και αψέντι».

1967

СТРИПТИЗ

В ревю
танцовщица раздевается, дуря…
Реву?..
Или режут мне глаза прожектора?

Шарф срывает, шаль срывает, мишуру.
Как сдирают с апельсина кожуру.

А в глазах тоска такая, как у птиц.
Этот танец называется «стриптиз».

Страшен танец. В баре лысины и свист,
Как пиявки,
глазки пьяниц налились.

Этот рыжий, как обляпанный желтком,
Пневматическим исходит молотком!

Тот, как клоп —
апоплексичен и страшон.
Апокалипсисом воет саксофон!

Проклинаю твой, Вселенная, масштаб!
Марсианское сиянье на мостах,
Проклинаю,
обожая и дивясь.
Проливная пляшет женщина под джаз!..

«Вы Америка?» — спрошу, как идиот.
Она сядет, сигаретку разомнет.

«Мальчик,— скажет,— ах, какой у вас акцент!
Закажите мне мартини и абсент».