Άδεια εξόδου
                                                     
   Είχαν κιόλας περάσει είκοσι πέντε χρόνια όταν ξανανταμώσαμε. Εκείνος γνωστός κι επιτυχημένος δικηγόρος, εγώ γνωστός μάρτυρας κατηγορίας κι επιτυχημένος ψευδομάρτυρας. Χαιρετηθήκαμε με θέρμη, μ’ αυτό το γνωστό χαμόγελο ειλικρίνειας μεταξύ κατεργαραίων κι έπειτα πήραμε ο ένας το πρόσωπο του άλλου (ίσως και γι’ αυτό δε νοιώσαμε ποτές τόσο ένοχοι) και κατηφορίσαμε μαζί το παρελθόν, μήπως και βρούμε εκείνες τις λεπτομέρειες που μας καταδίκασαν,
      μάρτυρές μου όλοι οι νεκροί π’ αφήσαμε πίσω.

 

 
Η συνάντηση

   Με τον Λάζαρο συναντηθήκαμε τυχαία σ’ εκείνο το ήσυχο μέρος όπου σύχναζα. Είχα χρόνια να τον δω. Δε με γνώρισε.
«Μα τόσο πολύ έχω αλλάξει;» του είπα.
Δε μίλησε· μα κατάλαβα ακριβώς τι ήθελε να μου πει.
Κι ύστερα, άρχισε μια βιβλική βροχή και τα κυπαρίσσια όλα έσκυψαν
          μην τυχόν τα θερίσει
          η χαμηλή πτήση της αθανασίας!

 

 

 

 

Μαθήματα μουσικής

   Κι αν ασχολήθηκα, το λίγο, με τη μουσική ήταν γιατί έπρεπε – λόγω νευρικότητας, με κάτι να απασχολώ τα χέρια μου όταν δεν έκανα τους φόνους. Άλλωστε, ανεξαρτήτου εποχών, ποτέ κανέναν δεν αγάπησα·
κι αν μερικές φορές ολιγώρησα ήταν γιατί ο άλλος, ο οικτρός, πάλι έκλαιγε ενόσω σκούπιζα τα χείλη μου απ’ τις αιμάσσουσες συνομιλίες
ή τα χέρια μου απ’ τις ελάσσονες απραξίες·
      μόνο που και το καλοκαίρι τώρα, που παίζω πιάνο,
βρέχει όλο και πιο συχνά…

 

 

 
Μια «ευτυχής» κατάληξη
                                                     
   Ήταν ένα ευτυχές ατύχημα, γιατί –αν και το σχήμα οξύμωρο,
αν το δει κανείς απ’ την πλευρά του νεκρού, μερικές φορές, είναι ευτύχημα,
αφού κι η τύχη αποκτά άλλο νόημα στην άλλη πλευρά·  όπως και κανένας δε μπορεί να φανταστεί της μοναξιάς το αβάσταχτο, όταν το σώμα, ξένο πια κι από νου κι από συγγενείς, αντικρίζει στιγμιότυπα ζωής πίσω από ένα φιλότιμο παράθυρο γηροκομείου, κι ας αναφέρει η έκθεση ότι,
      εκ παραδρομής, πήρε λάθος χάπια. 

 

 

 

 

Σχέδιο πτήσης
                                 
   Μια μέρα, καθώς βάδιζα αμέριμνος πάνω σε ένα δέντρο, έκανα μια καταπληκτική ανακάλυψη που θα μου άλλαζε όλη μου τη ζωή
-αν το αποφάσιζα :
      Ό,τι κι αν λένε,
      τα πουλιά έχουν το απόλυτο δίκιο!

 

 

 

Υποψίες

 
   Κι όποτε κοιταζόμαστε κατάματα στους δρόμους,
νομίζω ότι τώρα ξέρω το γιατί:
            Αναζητούμε το δολοφόνο!

 

 

 

Το προξενιό της Εύας

    Παρακαλείσθε μην ενοχοποιείται τα μήλα (εξού και κάποια κατακόκκινα -από ερυθριούσα ευθιξία), ή τα καημένα τα φίδια για την όποια αθέλητη προπατορική ανυπακοή έστω κι αν έχει μόνιμο αντίκτυπο σε βάθος αιώνων· ήταν απλά μια άτυχη στιγμή, παράκουσε  νομίζοντας η εντολή πως ήταν:
«Μη φάτε απ’ αυτά τα φύλλα!».
   Η Εύα απ’ την άλλη μεριά ήταν κυριολεκτικά εκεί στην άλλη μεριά του κήπου. Ουδέν οίδε περί μηλέας· πίστεψε μόνο στα υφέρποντα λόγια ενός μικρού, αθώου κι ευγενέστατου όφι:
«Σσσ… θα σσε προσσσέξει μη σσστεναχωριέσσσαι, να τον πλησσιάσσεις μόλιςςς σσσταματήσσει να κυνηγάει αυτέςς τιςς ηλίθιεςςς πεταλούδεςςς και κλείνοντάςςς του το μάτι να του πείςςς: Δοκίμασσσε λίγο απ’ αυτή τη μυρωδάτη, σσσφιχτή και πολλά υποσσχόμενη σσσάρκα του θα σσου αρέσσσει… δεν είναι κακό…».
Μην έχετε λοιπόν αναδρομικές τύψεις για επίπλαστα πρωτόπλαστες  αντιλήψεις περί αμαρτίας· άλλωστε ο δρόμος για τη σωτηρία είναι αυστηρά ιδιωτικός, φιδίσιος και περνά κάτω από λογιών-λογιών μηλιέςςς!

 

 

 
Ακελδαμά *
                                                     
   Πόση γη άραγε μπορείς ν’ αγοράσεις μ’ ένα φιλί;
πόσο τιμάται ο καταδότης ασπασμός;
και ποια η προμήθεια του κάθε μεσίτη ηθικού αυτουργού;
   Ανατολικά της κοιλάδας των κέδρων, επί της κατηφορικής πεδιάδας των κερδών απλώνεται ο αγρός του κεραμέως, υψηλής αντικειμενικής αξίας
μα χαμηλότατης χρηστικής
αφού και η σήψη ουδόλως σχετίζεται με το χώμα αλλά με τη   φαυλότητα, κι οι νεκροί ούτε που ξέρουν πόσο νεκροί είναι…
         αφήστε τους λοιπόν να προχωρούν απάτριδες κι απάχηδες
         στην εύφορη γη της οργής και της απελπισίας!

 

«…τότε επληρώθη το ρηθέν διά Ιερεμίου του προφήτου λέγοντος· και έλαβον τα τριάκοντα αργύρια, την τιμήν του τετιμημένου όν ετιμήσαντο από υιών Ισραήλ, και έδωκαν αυτά εις τον αγρόν
του κεραμέως, καθά συνέταξέ μοι Κύριος»
                                  ΚΑΤΑ ΜΑΤΘΑΙΟΝ ΚΖ’ -9

 

 

 

 
______
*  ΠΡΑΞΕΙΣ 1/α  18-20,  Ακελδαμά: Χωρίον αίματος.
 Ο επονομαζόμενος Αγρός Αίματος είναι βιβλική τοποθεσία πλησίον των τειχών της Ιερουσαλήμ την οποία αναφέρει ο ευαγγελιστής Ματθαίος (ΚΖ’ 1-11). Πρόκειται για τον τόπο όπου, κατά την αφήγηση, μετά την υπό του Ισκαριώτη, επιστροφή των τριάκοντα αργυρίων στους Εβραίους αρχιερείς, αυτοί «συμβούλιον δε λαβόντες ηγόρασαν εξ αυτών τον αγρόν του κεραμέως, εις ταφήν τοις ξένοις· διό εκλήθη ο αγρός εκείνος αγρός αίματος, έως της σήμερον». Τοπογραφικά ο αγρός αυτός βρίσκονταν επί της κατηφορικής κοιλάδας του Ενώμ και έφτανε μέχρι το ανατολικό σημείο της κοιλάδας των κέδρων, υπήρχε κι ένα μικρό σπήλαιο. Μάλιστα πιστεύεται ότι σ’ αυτό το μικρό σπήλαιο είχαν καταφύγει οι μαθητές του Ιησού Χριστού «διά τον φόβον των Ιουδαίων». Γύρω από το χώρο αρχικά θάπτονταν μοναχοί και προσκυνητές μέχρι τον 16ο αιώνα. Επειδή είχε παρατηρηθεί ότι η αποσύνθεση των νεκρών στο χώμα εκείνο γίνονταν πολύ γρήγορα, (πιστευόταν και σε δύο μόλις ημέρες), η Αγία και Αυτοκράτειρα Ελένη διέταξε να μεταφέρουν τέτοιο χώμα με πολλά πλοία προκειμένου μ’ αυτό να επιστρωθεί το νεκροταφείο της Ρώμης.