(Ακανθος ” Figure sombre et ironique” ( ακουαρέλα σε χαρτί 42Χ56 cm)

Η ΓΟΗΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΝΥΠΟΦΟΡΟΥ

Το φώς.. αυτό το φώς

εμονικά

σε σπρώχνει.

Σου βρήκα τόσα ονόματα

που δε θα ξεχάσω ποτέ.

Ο κατεστραμένος χρησμός

αναζητά το Μάντη στα σκουπίδια

της Αθήνας.

Και οι κανόνες του ωραίου

στιβαγμένοι στα κιβώτια της μετακόμισης.

Που πάς

χωρίς εσένα;

Μέρες της απαγόρευσης.

της άσκοπης υποταγής,

Το χέρι δεξιοτεχνικά

σχηματίζει το πρέπει

μπροστά στο ποτήρι

με το άπιοτο κρασί.

Όκγοι του δίκιου

σε αλεπάληλες μεταστάσεις

πάνω στο ερωτευμένο σώμα.

Η θεραπεία του ανύπαρκτου εγώ.

Και η ψυχή που να κοιτάξει για να μάθει;

και πόσο χθές μπορεί ν αντέξει το τώρα;

Τα μεγάλα μάτια απορούν

κι αλάζουν χρώμα,

προσπαθεί η ζωή για να περάσει

ανάμεσα στις επίσημες λέξεις,

μόνη αυτή…χορεύοντας με το χρόνο

σ αυτό τον ασήμαντο μακρύ δρόμο

μέχρι το Σούνιο .


ΡΩΓΜΗ ΣΤΟΥΣ ΤΟΠΟΥΣ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

(ωδή στο Άγχος)ΙΙ

Πως να χωρέσει ένα Μ

στο λεξικό;

Τώρα σπρώχνω τις πολυκατοικίες

με τα χέρια για να περάσω ένα δρόμο.

Μιά μέρα επινόησα το ονομά σου

απο κάτι πεταμένες λέξεις που βρήκα στο Μέτς

σ ένα κιβώτιο

που κάποιος πήγε να ζήσει το ονειρό του.

Διωγμένος απ τους οικιακούς Κύκλωπες.

Απόγευμα της τρίτης μέρας

με βροχή

και η ευτυχία που απαιτείς

απ την ζωή σου

σε πνίγει σαν αγχόνη.

Μπροστά στον καθρέφτη

φοράς την έτοιμη ιστορία

που διάλεξες,

κι ας σε στενεύει λίγο.

Χρώματα της βεβαιότητας

σ’ αυτή τη γιορτή του θανάτου.

Τα βυσινύ του Τισιανού

δε σου μάθαν τίποτα

ούτε τα καρμίνια του Γκρέκο


Ο ΑΛΛΟΣ ΔΡΟΜΟΣ

(ωδή στο άγχος)

Δεν ζω σε πόλη εγώ,

σ΄ ένα χωράφι με ερασιτέχνες ηθοποιούς

που κράζουν σαν τις άχρηστες σειρήνες

των αστυνόμων.

Τρία χτυπήματα

και ο θλιβερός θίασος

στριμώχνεται σπρώχνοντας

τον αρχαίο θεατή.

Όγκοι του Ανθρώπου

κινούνται με τη μορφή αναπνοής

ενός τέρατος.

Στις έξι το πρωί

κατεβαίνω με τα πόδια τη Βουλιαγμένης.

Οι νεκροί του Πρώτου

φωνάζουν αγανακτησμένοι

απ’ τη μιζέρια των ζωντανών.

Δεν υπάρχει ούτε ένας καφές

για μένα.

Στο ύψος της Ηλιού

μετράω το ύψος μου

κι αναρωτιέμαι γιατί ήρθα πάλι εδώ,

για το πότε ήμουν παιδί

και πότε έγινα κόσμος.

Σταματάω κοντά στο μετρό

κι’ αρχίζω να επινοώ την επιστροφή.

Σχεδιάζω ασταμάτητα

πάνω στο θολό τζάμι

ενός παρατημένου αυτοκινήτου.

Στις οχτώ καταλαβαίνω

ότι έχω επιστρέψει ήδη.

Λίγο από ήλιο λίγο από χρόνο

να…πώς ποδοπάτησα τη μνήμη

μεσούντος του χειμώνα

εδώ στην άγρια φύση της Αθήνας.


ΧΡΗΣΜΟΣ ΣΕ ΛΕΥΚΟ ΦΟΝΤΟ

Αιμοβόρες πινελιές

πάνω στο ένοχο λευκό του χαρτιού.

Τα χέρια που πρίν λίγο ακουμπούσαν

το καυλωμένο κορμί,

τώρα τρέμουν.

Οι γραμμές μεθυσμένες ξεφεύγουν απ’ τα όρια.

Η λεωφόρος Βουλιαγμένης κλειστή,

προσβάσιμη μόνο με τα πόδια

που δεν μπορούν να περπατήσουν

στη χαραγμένη διαδρομή.

Νύχτα της αλητείας,

του συμφωνημένου,

του απροσέγγιστου.

Χιλιάδες μικρά τίποτα

θολώνουν την εικόνα,

αιματηρά αιτήματα

στο τραπέζι της ταβέρνας,

μέσ τα κρασιά

με τις χυδαίες γεύσεις,

κι ένδοξη ζωή σου

μες στο μενού της μέρας

μαγειρεμένη κι αφημένη

στο ντεπό.

Πώς να σε ψάξω

που μου έγινες γνωστή;


ΜΕΤΑΣΤΑΣΕΙΣ

Τρέμουλο του χεριού

στον ήλιο.

Εγώ που δεν πήγα παντού με όσα έγραψα.

Που δεν ζωγράφισα όπως έπρεπε το φως

που έπεφτε πάνω

στα κατεστραμμένα πρόσωπα του θίασου.

Δοκίμασα μέσα στην άκρατη καύλα

να ξαναφτιάξω αυτόν τον Γκρέκο

και σκόνταψα στα διεστραμμένα καρμίνια.

Οξείδιο της κουταμάρας και οι μεταστάσεις

της μιζέριας, μου μήνυσε εκείνη.

Κι εγώ δεν δέχτηκα να γίνω Έλληνας,

αφού σχεδόν ήμουν.

Περπατάει με ήρεμο τρόπο σαν να παρελαύνει

η ζωή.

Βγάζει τα ρούχα της μπροστά στα μούτρα-καθρέφτες,

δεν κάνει σέξ γιατί είναι άστεγη,

ψάχνει να ηρεμήσει μ΄ένα κόσμιο τρόπο

σαν το θάνατο.

Αρνιά, κουνέλια, μοσχάρια, σουβλάκια, κοτόπουλα, αλήθειες,

συνιστούν την μακάβρια πομπή προς το Σούνιο.

Τα γλυπτά έχουν πουληθεί

πολύ πρίν γίνουν,και η ιστορία

κόβει εισιτήρια στα γκισέ των μουσείων της Ευρώπης.

Ούτε ένας ποιητής για να σ ανακουφίσει,

όλοι έγιναν βιβλία, και η γλώσσα Εγκυκλοπαίδεια.

Σήμερα αγαπώ πάλι την οδό Κεραμεικού,

γιατί με μισεί ειλικρινά.

Κι΄έτσι η Ελλάδα ταξιδεύει στα άδυτα των μαγνητικών τομογράφων.

Δεν έχω αίτια

μόνο να τα φτιάξω μπορώ.


ΟΔΟΣ ΚΕΡΑΜΕΙΚΟΥ

χειμώνας του 2011

ΧΩΡΙΣ ΛΕΞΙΚΟ

ΧΩΡΙΣ ΧΩΡΑ

ΧΩΡΙΣ ΦΟΒΟ


ΤΟΠΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

στον Σ.Π.

Είδα μέσα στον άθλιο ύπνο μου

Τον Σεφέρη,

έναν παραδομένο άντρα

Μου είπε.. μη ξαναγράψεις λέξεις εσύ.

Εγώ που τον λογάριαζα για φίλο μου.

Όμως έφυγα μη και γίνει φονικό

ανάμεσα σε πέντε κλεμμένες λέξεις.

Μέτα πέρασα απ την Αύρας,

κατέβηκα με τα χέρια τα σκαλιά μέχρι

αυτό το Στάδιο

που με περίμενε η αγάπη μου,

έτσι νόμιζα τότε.

Βεγγαλικά στο Ζάππειο

και η Μάρκου Μουσούρου στα μαύρα.

Ο τυχαίος ηθοποιός σκάλωσε στα άχρηστα κάγκελα

και η ηρωίδα στη ζωή της,

ανοιχτά διαφράγματα μέχρι το φως να τσακίσει

και την τελευταία σκιά.

Ποιος είδε την σχεδόν κόκκινη διάθεση της μέρας

σ΄ αυτό το πέρασμα απ την μία μεριά στην άλλη

μέσα στην αρχή του χειμώνα;


ΤΟΠΟΙ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ

Mʼ ένα χειμώνα αγκαλιά

Πέρασα αυτό το καλοκαίρι

Και πόσο ήλιο ήπια για να μαυρίσω

ένα κατεστραμμένο πορτρέτο.

Ήσουν τόσο όμορφη πριν σε γνωρίσω

μ΄ένα κόκκινο κραγιόν στο λιτό χαμόγελό σου.

Κι η καμπαρτίνα να τυλίγει το καυλωμένο σώμα

σε στάση εννέα όγδοα.

Ιστορικές ανταλλαγές προϊόντων από μπαλκόνι σε μπαλκόνι.

Έχω κάτι να σου πω,

και θα το κρύψω τόσο καλά που

θα το βρεις μπροστά σου στις τρείς το πρωί

με μια κορδέλα, και την απόκοσμη αφιέρωση

«Για σένα».

Ψάξε να βρεις τώρα το ρολόι χειρός που πέταξες στα σκουπίδια

και κράτησες τις ώρες μόνες και άστεγες,

γιατί τώρα πρέπει νάσαι έτοιμος να ποζάρεις ένα φρικτό οκτάωρο

σαν μαγειρεμένο ερώτημα

στη βιτρίνα του συνοικιακού φούρνου.

Ποιος γύρισε απ τη λιτή Χαλκιδική;

Και ποιος θα ξαναπάει;


ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΕΠΙ ΠΟΥΘΕΝΑ

Μια – δυο φορές που με είδες άνθρωπο

στο σκοτεινό ύπνο σου,

και μ άνοιξες τον πιο κλειστό σου δρόμο

για να ζητήσεις όλα αυτά.

Και με το δείκτη

το πιο γελοίο από τα δάχτυλα

να γράφεις

συνταγές στα σκονισμένα τζάμια.

Τρέχει, τρέχει το έγχρωμο νερό

στα ερεθισμένα πόδια

το λευκό κρασί διογκώνει

τα τοιχώματα του στομαχιού

και το κρύο φοράει το τελευταίο του ρούχο.

Ο Σ.Π. με κοιτάζει απο πολύ κοντά

σα χειρουργός,

ψάχνει τα λάθη που έχω πανω μου,

τα ρούχα μου μυρίζουν μπλέ.

Ένα μεσημέρι στο Μέτς ο Γκρέκο

άρπαξε τα πινέλα του Τισιανού

τα έσπασε και τα ποδοπάτησε μπροστά

στους περαστικούς.

Η Μυρτώ δεν ήρθε

στο ραντεβού

δε είχε που ν αφήσει τα σκουπίδια της

και τα ποτά έρεαν απ τα μπουκάλια

στα ποτήρια.

Βαρέθηκα..

και βγήκα στην αγορά του Παγκρατίου,

αγόρασα μια Αντιγόνη απ τους Κινέζους

αλλά δεν ήξερε Ελληνικά,

ούτε είχα χρήματα να μάθω Κινέζικα,

κι έτσι την πέταξα στα άλλα σκουπίδια.

Που ήσουν όταν σε βρήκα;


ΑΛΗΘΙΝΟΣ ΕΡΩΤΑΣ

Τρέμει πάλι το χέρι

όπως απλώνει απέναντι στο

απειλητικό ποτήρι,

το άδειο.

Αν έρθεις απ το σπίτι

δεν θα με βρείς,

θα σουχω αφήσει ένα

μικρό θαυμασμό στο τραπέζι,

σκύψε να τον δείς.

Και θα κρατήσω την εικόνα

του χεριού που θα τον πιάσει.

Έκλεισα τα παράθυρα να μη

κρυώσεις,

και άφησα τη μουσική

για ενα ταγκό με το φόβο.

Το σπίτι είναι καθαρό,

ελεύθερο να το λερώσεις

όπως θέλεις,

μόνο πρόσεχε τα μάτια σου

γιατι τ’ αγαπώ

πιο πολύ απο σένα.

Ακόμα θα μπορείς

και να γράψεις

ιστορίες

τους έχω διώξει όλους

απ τη ζωή μας

αγάπη μου,

μόνο λίγη ειρωνεία κράτησα,

για το δρόμο!