Είναι κοινό μυστικό για όσους μελετούν προσεκτικά την ιστορία των πολιτιστικών φαινομένων ότι σε περιόδους κρίσεως, όταν οι συνειδήσεις ξεβολεύονται, όταν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης χτυπάει κόκκινο, όταν επιτέλους και οι πιο ράθυμοι μικροαστοί συνειδητοποιούν ότι αύριο μπορεί να μην ζούμε ή να μην έχουμε τρόπο να εκφραστούμε ελεύθερα, όταν ο υγιής – και όχι μόνον – ανταγωνισμός φουντώνει, τότε δημιουργούνται και τα σημαντικότερα έργα Λόγου και Τέχνης. Σκεφτείτε μόνο τι έπραξε η «γενιά του τριάντα». Φέτος απόλαυσα πραγματικό θέατρο. Στιγμές σκηνικής ευωχίας. Σε θεατρικούς, ημιθεατρικούς και παραθεατρικούς χώρους. Όλοι βιάζονται «να πούνε τα λιγοστά τους λόγια γιατί (θαρρούν πως) αύριο η ψυχή τους (θα) κάνει πανιά» (για να παραφράσω τον Σεφέρη).
Και ξεκινώ από το Εθνικό μας Θέατρο που είχε την φαεινή ιδέα να καλέσει λογοτέχνες και ηθοποιούς να διαβάσουν μπροστά στο έκπληκτο αθηναϊκό κοινό κλασικά κείμενα. Και λέω έκπληκτο, γιατί ο μέσος όρος ηλικίας ήταν άνω των εξήντα χρόνων. Τι έγινε παιδιά; Υπάρχουνε στασίδια στην λογοτεχνία; Υπάρχει άτυπη επετηρίδα; Τίποτα πιο φρέσκο και καινοφανές δεν υπάρχει; Αν δεν κλείσεις τα εξήντα δεν υπάρχεις σε αυτό τον τόπο; Με τη σύνταξη και το …εφάπαξ έρχεται και η λογοτεχνική καταξίωση; Φαίνεται όμως ότι όλα εδώ λειτουργούν σε επίπεδο παρέας κι οι συνομήλικοι έχουν πάντα τον τρόπο τους να ευλογούν τα γένια τους. Σε μια από αυτές τις εκδηλώσεις πάντως που επήγα ο έρμος έπληξα μέχρι θανάτου και με τον ακκισμό των ηθοποιών και με την θανάσιμη, σχεδόν νεκρική σιγή, του ομιλούντος καλλιτέχνη, που «αν και καθήμενος» δεν «ομιλούσε ορθώς» και φεύγοντας φώναξα τον περίφημο στίχο του Καρυωτάκη: «αν τουλάχιστον κάποιος από αυτούς πέθαινε από αηδία, θα διασκεδάζαμε όλοι στην κηδεία».
1. Στη «Νέα Σκηνή – Νίκος Κούρκουλος» του Εθνικού μας Θεάτρου είδα τη νεκρανάσταση του Γρηγορίου ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΥ από την πολλά έμπειρη Ρούλα ΠΑΤΕΡΑΚΗ. Μόνο αυτή ανάμεσα στους έλληνες σκηνοθέτες που δεν αναμασούν τα ίδια και τα ίδια θα μπορούσε να δώσει ζωή σε ένα παρωχημένο έργο «εποχής», όπως «Ο κόκκινος βράχος». Το κοινό την αντάμειψε με την αθρόα προσέλευσή του. Όμως και η Ρούλα πάλεψε πολλές δεκαετίες μαχητικά, εις βάρος της περιουσίας και της υγείας της, περιμένοντας ν’ αδειάσουν τα στασίδια και να την προσέξουν οι ιθύνοντες και οι επίσημοι θεατρικοί φορείς της χώρας μας. Αιδώς Αργείοι!!!! Αιδώς!!!!!!
2. Στο «Ζωή Λάσκαρη Θέατρο», στην ατμοσφαιρική «Αθηναΐδα» παρακολούθησα μια συγκλονιστική ερμηνεία τής Ρόουζ του Μάρτιν Σέρμαν σε σκηνοθεσία Άντολφ Σαπίρο, από την πάντα ανθρώπινη κι ανθεκτική στις χίμαιρες και στις καταιγίδες Ζωή Λάσκαρη, που έδωσε μια διαχρονική Εβραία, πρωταθλήτρια στην τέχνη της επιβίωσης, ανεκτική και δίκαια, χαρισματική και φιλόσοφο. Η Ζωή Λάσκαρη κατέχει πλέον την τέχνη να παίζει πάνω στη σκηνή και με το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού της. Μια παράσταση που προτείνω να μην χάσουν οι φιλότεχνοι που δεν βάζουν στεγανά ανάμεσα στην καρδιά και στο μυαλό τους.
3. Στο off-Broadway «Θέατρο της Ημέρας» απόλαυσα ΜΙΑ ΠΡΩΤΟΤΥΠΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΑΙΟΥ ΔΡΑΜΑΤΟΣ. Η Γιώτα Κουνδουράκη διάλεξε τέσσερις ηρωίδες του Ευριπίδη για να συνθέσει το δικό της μωσαϊκό εις αναζήτησιν της σύγχρονης ευρωπαϊκής μας ταυτότητας: η ερωτοχτυπημένη Φαίδρα, η αιμοσταγής μάγισσα εγγονή του Ήλιου Μήδεια, η επίσης αιμοσταγής κόρη του Δία και της Λήδας Κλυταιμνήστρα, η παρ’ ολίγον (αυτό-)θυσιασμένη από τον άσπλαχνο πατέρα της Ιφιγένεια κι η ταλαίπωρη Εκάβη που παρακαλάει να τη θάψουν στον ίδιο τάφο με τον Αχιλλέα. Θα ξεκινήσω με την ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΚΙΝΗΣΗΣ-ΧΟΡΟΓΡΑΦΙΑ που υπογράφει Mateusz Iwulski, που έδωσε και το ενεργειακό στίγμα όλης της παράστασης κι επηρέασε βεβαίως καθοριστικά την «όψιν» της: τόσο το μακιγιάζ όσο η μιμική του προσώπου, η χρήση της φωνής και η παντομιμική του σώματος παρέπεμπαν ευθέως σε ανατολίτικους αισθητικούς κώδικες, περισσότερο από το θέατρο Καμπούκι και λιγότερο από το θέατρο Νο. Ειδικά, η πολύ έμπειρη και ταλαντούχα ηθοποιός Γεωργία Ζώη θα μπορούσε να παρουσιαστεί μπροστά από ένα γιαπωνέζικο κοινό και να τους μαγέψει. Οι υπόλοιπες ηθοποιοί κινήθηκαν σε περισσότερο δυτικά ψυχαναλυτικά αισθητικά πλαίσια που συνάδουν περισσότερο με το αστικό δράμα παρά με την αρχαία τραγωδία. Παρ’ όλα αυτά το αισθητικό αποτέλεσμα ήταν προκλητικό κι ενδιαφέρον. Ο Νίκος Πανόπουλος στον ρόλο του Βάκχου, από το στερνό δράμα του Ευριπίδη «Βάκχες», ήταν μια ρωμαλέα αντίστιξη στην κατακλύζουσα την σκηνή θηλυκή ενέργεια (την devi), που δηλώνεται ευθύς εξαρχής στον τίτλο της ενδιαφέρουσας παράστασης: Θήλυ- Αnima-Devi (Θηλυκή Ενέργεια), που παρουσιάζεται για 2ο χρόνο στο ατμοσφαιρικό Θέατρο της Ημέρας από 18 Οκτωβρίου. Πάνω σε μια ιδέα της Γ. Κουνδουράκη, η Λ. Αντέλου συνέθεσε κείμενα από τους Αρχαίους Τραγικούς που αναδεικνύουν αρχέτυπες γυναικείες μορφές της Τραγωδίας.

4. Η «Φαύστα» του Μποστ στο θέατρο «Στοά», που γιορτάζει το 2011 τα σαράντα χρόνια του, με έκανε να γελάσω μέχρι δακρύων. Αυτό το υπέροχα σατιρικό κείμενο σε μια θαυμάσια παράσταση με τους καλύτερους επαγγελματίες του χώρου. Ο Θανάσης Παπαγεωργίου σκηνοθέτησε κι ερμήνευσε τον άτυχο σύζυγο της Φαύστας με ακρίβεια, αφαιρετικότητα και θεατρικότητα που παρέπεμπε ορθώς στα κόμικς. Η Λήδα Πρωτοψάλτη, ως Φαύστα έδωσε μια ανεπανάληπτη θεατρική φιγούρα με σάρκα και οστά. Εκείνη όμως που «έκλεψε» (όπως λένε) «την παράσταση» ήταν η κόρη της Μαίρης Ραζή και του Σωτήρη Τσόγκα, η Κοραλία Τσόγκα. Υπερβαίνοντας και το ρόλο και τη σκηνοθεσία έδωσε μια γκροτέσκα, σουρεαλιστική, φουτουριστική, ζουμερή κόρη της Φαύστας, το «ευγενές Ριτσάκι». Αυτό το κορίτσι θα πάει πολύ μακριά στο χώρο της θεατρικής τέχνης, γιατί μπορεί να υποδυθεί τα πάντα και να κουρδίσει την ύπαρξή της σε διαφορετικούς τόνους. Την είχα δει στην απολαυστική «Νύχτα της Κυρίας Λουσιέν» του Κοπί. Την είδα και σε ηθογραφίες και σε δράματα και σε νεορεαλιστικά έργα. Ήταν πάντα επαγγελματίας, υπεύθυνη και υπέροχη. Η ερμηνεία της στη «Φαύστα» του «Θεάτρου Στοά» αξίζει βραβείο.
5. Και μια και μιλήσαμε για τους γονείς της, που θα πρέπει να νιώθουν περήφανοι για το βλαστάρι της, θα αναφέρω ακόμα μια υπέροχη παράσταση του «Θεάτρου Πρόβα», που μετά τους σεισμούς του 1999 μετακόμισε στην οδό Αχαρνών. “La Lupa” του Giovanni Verga είναι ένα πολύ σκληρό έργο του ιταλικού «βερισμού». Ρεαλισμός στο έπακρο. Ένστικτα που αντιπαλεύουν την επιφανειακή χρηστοήθεια. Ο Σωτήρης Τσόγκας είναι μεγάλος δάσκαλος της υποκριτικής τέχνης και η Μαίρη Ραζή ένα θηρίο ανήμερο σκηνικής φλόγας κι αδάμαστης ζωτικής ενέργειας. Μια γυναίκα που θα έπρεπε να παίζει τους ρόλους της Παξινού στην Επίδαυρο, αν ζούσαμε σε ένα ευνομούμενο κι αξιοκρατικό καθεστώς.
Αυτά για φέτος τα θεατρικά. Ραντεβού του χρόνου τέτοια μέρα (από αυτή τη στήλη). Εύχομαι σε όλους σας, αλλά κυρίως στους οικοδεσπότες ΣΩΤΗΡΗ ΠΑΣΤΑΚΑ και ΣΠΥΡΟ ΑΡΑΒΑΝΗ, υγεία, αφθονία σε όλα τα επίπεδα, έμπνευση, δημιουργικότητα, παραγωγικότητα, ανεκτικότητα, δημοκρατικότητα, γαλήνη, ευδαιμονία και ό,τι άλλο ποθεί η βασανισμένη ποιητική ψυχούλα σας. Σας ασπάζομαι σταυροειδώς!
Κωνσταντίνος Μπούρας, θεατρολόγος-κριτικός













