Εικονογράφηση: Άρτεμη Μιχαιλίδου

 

Ακούστε την εδώ : Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΟΡΑΤΟΥ ΒΙΒΛΙΟΥ

 

Μια φορά κι έναν καιρό ήτανε ένα βιβλίο στο οποίο οι λέξεις ζωγραφίζονταν με τις κινήσεις του κόσμου. Το βιβλίο αυτό ζούσε στο ύψωμα ενός ουράνιου τόξου. Εκεί είχε φτιάξει ένα σπιτάκι από σύννεφα και καλπασμούς του αέρα. Γύρω από αυτό το σπιτάκι εκτείνονταν πεδιάδες από ακτίνες του ηλίου.Το πρωί, το βιβλίο, άνοιγε με ένα καλημέρα και το φως, διαπερνώντας τις πεδιάδες, έριχνε σπίθες στις άσπρες του σελίδες. Έτσι, με αυτόν τον τρόπο, κάθε μέρα, άρχιζαν να γράφονται οι πρώτες γραμμές του αόρατου βιβλίου.
Μετά το βιβλίο απευθυνόταν στους ήχους της φύσης. Άνοιγε τα χέρια του και άρχιζε να πετάει στον ουρανό προσπαθώντας να συλλάβει τη μουσική. Ο αέρας φυσούσε αργά. Μέσα από τις λέξεις του το βιβλίο γέμιζε σύμβολα. Υπήρχαν φορές που ο αέρας σταματούσε για λίγο. Ήταν εκείνη τη στιγμή που άρχιζε να ηχεί ο κόσμος της ψυχής του. Το βιβλίο έκλεινε τότε τα μάτια. Μαζί άνοιγαν και οι άσπρες του σελίδες. Και το βιβλίο αφηνόταν να παρασυρθεί στο μονοπάτι με τα φτερά. Σε κάθε φτερούγισμα μυριάδες γραμμές του αέρα συμπλήρωναν τη ζωή του βιβλίου. Κι έβρεχε η μουσική σοφία στο σώμα του χαρτιού. Μπορούσες να δεις το χορό που έκαναν οι νότες, ντυμένες κάθε μία από αυτές με τις εμπειρίες από τις πνοές του αέρα. Εμπειρίες από όλους τους τόπους και χρόνους του κόσμου. Το Όλο μέσα στην καρδιά κάθε ίνας του βιβλίου.

Όταν αισθανόταν ολόγιομο ελευθερία ξεκινούσε τις περιπέτειες του με το να κρύβεται πίσω από τα αυτιά του κόσμου. Εκεί ζούσε τον παλμό της ανθρωπότητας. Μέσα από την ανθρώπινη ακοή γευόταν την ακουστική ικανότητα του κόσμου. Ταυτόχρονα η έκφραση κάθε λέξεως γινόταν έναυσμα γραφής στις σελίδες του. Έτσι γέμιζε με λέξεις. Κάθε μία από αυτές, ανάλογα με τον ήχο και την προφορά της, χρωμάτιζε με διαφορετικό τρόπο τις σελίδες του γεννώντας με αυτόν τον τρόπο καινούριους κόσμους. Αλλά το βιβλίο αυτό δεν κρυβόταν μόνο πίσω απ’ τα αυτιά του κόσμου αλλά με το να είναι αόρατο πραγματοποιούσε και τις κατεργαριές του. ‘Ετσι φυσούσε στα αυτιά των ανθρώπων κάθε φορά που αυτοί ένιωθαν άγχος και αυτοί προσπαθούσαν να καταλάβουν τί μπορούσε να είναι αυτό που τους έκανε να νιώθουν τούτο το αεράκι όταν αισθάνονταν αγχωμένοι. Μερικές φορές, όταν το βιβλίο καταλάβαινε ότι ένας άνθρωπος ήταν φίλος των ταξιδιών, πήγαινε στο αυτί του και με τις μαγικές του δυνάμεις άρχιζε να του διηγείται ιστορίες από τις εμπειρίες του ανέμου ρίχνοντας του ταυτόχρονα μια μαγική σκόνη που τον έκανε να πετάει στα διάφορα μέρη του παραμυθιού που του διηγιόταν. Άλλες φορές έμπαινε στο αυτί κάποιου περαστικού όταν αυτός τύχαινε να κοιμηθεί κι εκεί βιβλίο και περαστικός γίνονταν ένα. Γιατί αυτό που συνέβαινε είναι ότι υποσυνείδητα με το που έμπαινε το βιβλίο μέσα σε κάποιον άνθρωπο, αυτομάτως άδειαζε από τις γνώσεις που έιχε αποκτήσει και γέμιζε από τα βιώματα της ψυχής του ανθρώπου στον οποίο είχε μπεί. Έτσι αυτός ο άνθρωπος μέσα από τα όνειρα του μπορούσε να δει το παρελθόν, τα παρόν και το μέλλον κάθε στιγμής και κάθε λεπτομέρειας των τόπων ολόκληρου του κόσμου και γι’αυτό όταν ξυπνούσε θεωρούνταν σοφός. ‘Αλλες φορές πάλι,το βιβλίο, συναντούσε κάποια έμπνευση που περπατούσε στις όχθες του ποταμού της τέχνης, και καθόταν σε μια πέτρα και κοίταζε πώς η έμπνευση ζωγράφιζε τους ορίζοντες της φύσης και πώς με αυτή την ανταλλαγή δημιουργίας ξαναγεννιόνταν οι λέξεις στον εσωτερικό του κόσμο.
Έτσι το πρώτο του ταξίδι ανά τον κόσμο της πραγματικότητας έιχε τελείώσει. Και τώρα άρχιζε το ταξίδι προς τον κόσμο της μη πραγματικότητας. Εκεί δεν υπήρχαν όρια για το βιβλίο. Αυτό που είχε μάθει από τους περιπάτους του στην πραγματική ζωή, του ήταν τώρα πολύ χρήσιμο στη μη πραγματική ζωή. Αλλά σ’αυτόν τον κόσμο έπρεπε να χρησιμοποιήσει τις γνώσεις του με τέτοιο τρόπο ώστε να μπορέσει να δει ακόμα πιο μακριά από το ορατό. Το πραγματικό μέσα στη μη πραγματικότητα. Το αληθινό της φαντασίας. Έτσι άρχιζε να τραγουδά. Μέσα απ’ το τραγούδι του, κάθε πράγμα που το βάραινε, έσβηνε από τις σελίδες του κι έτσι μπορούσε να τις γεμίσει με το μη πραγματικό. Ήταν το τραγούδι ονομαζόμενο Ένα. Περιείχε όλες τις εποχές και τους τόπους της μουσικής. Το Ένα της Αρμονίας. Τότε συγκεντρώνονταν κάτω απο αυτό κάποια μαγικά δέντρα. Το βιβλίο τα έβρεχε με τη μουσική του και αυτά με τα κλαδιά τους παγίδευαν όλους τους ήχους του βιβλίου στο σώμα τους και με αυτούς τους ήχους τρέφονταν τα ζωάκια που είχαν φτιάξει εκεί τις φωλιές τους. Τα ζωάκια δυνάμωναν και άρχιζαν να τρέχουν έξω από τα δέντρα μεταφέροντας τις εμπειρίες που εξιστορούσαν τα τραγούδια. Ο μη πραγματικός κόσμος, τότε, γέμιζε με ακόμη περισσότερη φαντασία αφού αυτό που εκεί μάθαινε ο κόσμος, ήταν κάτι διαφορετικό από αυτούς.
Και το βιβλίο συνέχιζε το ταξίδι του. Σε αυτόν τον κόσμο υπήρχαν κάποια πλάσματα που ονομάζονταν μυστικά. Αυτά τα πλάσματα, στο μη πραγματικό κόσμο είχαν την ικανότητα να μεταμορφώνονται κάθε φορά σε αυτό που έλεγε το μυστικό. Μια φορά ένα μυστικό μεταμορφωνότανε σε παραμύθι, μια άλλη φορά κάποιο άλλο μυστικό μεταμορφονότανε σε λέξεις, ένα άλλο σε γραφή, άλλο πάλι σε επιθυμίες και φαντασία. Το βιβλίο, τότε, σταμάτουσε να τραγουδά και άρχιζε να ακούει και να αισθάνεται τον κόσμο που το περιτριγύριζε. Αλλά ούτε και σ’ αυτόν τον κόσμο παρέμενε ήσυχο χωρίς να κάνει αταξίες. Με το που αισθανόταν ολόγιομο με μη πραγματικές αναπνοές, ονομαζόμενες εμπνεύσεις, άρχιζε να εφεύρει τις αταξιούλες του.
Σε αυτόν τον κόσμο, η μόνη κρυψώνα ήταν ο ίδιος του ο εαυτός αλλά αυτή τη φορά μεταμορφωμένο σε βιβλίο ορατό. Κάτα αυτόν τον τρόπο δεν υπήρχε περίπτωση να το δει κανείς. Τότε πλησίαζε τα χρώματα και όταν άρχιζε να τους λέει παραμύθια, τα χρώματα αναμιγνύονταν ανάλογα με το ρυθμό του κάθε χτύπου της μελωδίας που ηχούσε με την προφορά του κάθε γράμματος του παραμυθιού. Άλλη φορά πάλι αφηνόταν να το κατευθύνουν τα μονοπάτια με τις διαφορετικές μεταμορφώσεις που έπαιρναν τα μυστικά. Και το αποτέλεσμα; Τα μυστικά, κομματάκια μικρά, διεσπαρμένα ανά τον κόσμο δημιουργώντας άλλα καινούρια. Όταν το βιβλίο χαιρόταν, οι σελίδες έβγαιναν από τον εαυτό τους και σχημάτιζαν λουλούδια νέων ψυχών. Οι ονομαζόμενοι σοφοί της μη πραγματικότητας. Κάποιες φορές το βιβλίο σκαρφάλωνε ώς την κορυφή της ησυχίας. Όταν έφτανε εκεί αντάμωνε το άπειρο. Ο μη πραγματικός κόσμος έπινε τότε τους δρόμους του βιβλίου και μέσα απο εκείνη τη στιγμή το βιβλίο μεταλαμπάδευε το όλο της ψυχής του. Χρώματα, ματιές, αισθήματα, περιπέτειες, το πριν, το τώρα, το μετά.
Το βιβλίο, λοιπόν, αφού είχε βιώσει τις εμπειρίες του μη πραγματικού κόσμου γύριζε στο σπιτάκι του που όμως δεν ήταν πλέον το σπιτάκι φτιαγμένο από σύννεφα και καλπασμούς του αέρα αλλά ένα σπιτάκι που περιείχε ολόκληρο τον κόσμο. Τη νύχτα, πριν κοιμηθεί, κοιτούσε τ’αστέρια. Η σκέψη του μια κίνηση πλασμένη από μοναδικότητες, αναδυόμενες μέσα από συνδυασμούς.
Την επόμενη μέρα ένα νέο ταξίδι το περίμενε. Ήταν πια ώρα να κλείσει τις σελίδες του και να κοιμηθεί.

Η Αθηνά-Στυλιανή Μίχου γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε ισπανική φιλολογία στη Μάλαγα. Στην ίδια πόλη έκανε το μάστερ γλωσσολογίας. Έχει εκδόσει μια ποιητική ελληνική συλλογή με τίτλο ”Σαν φτερό ανέμου”. Ποιήματα από το βιβλίο της έχουν εκδοθεί στο ηλεκτρονικό περιοδικό Ποιείν. Άλλα ποιήματα της έχουν εκδοθεί στο λογοτεχνικό περιοδικό του εκδοτικού οίκου της Ρόδου, Νήσιδες. Επίσης έχει εκδὀσει ποιήματα και παραμύθια της στο λογοτεχνικό περιοδικό του εκοδτικού οίκου της Μάλαγας Μitad Doble. Ακόμα εχει εκδοσει ποιηματα της στις ισπανικες ποιητικες συλλογές ”La antología del beso” του εκδοτικού οίκου στη Μάλαγα, Mitad Doble και ”Antología del viaje” του εκδοτικού οίκου Fin de viaje, στη Γρανάδα. Η πρώτη της ποιητική φράση και επιθυμία της ήταν: ”Μακάρι να ήμουν γλάρος. Μακάρι να μπορούσα να πετάξω”.

LA HISTORIA DEL LIBRO TRANSPARENTE

Érase una vez un libro cuyas palabras se dibujaban por los movimientos del mundo. Ese libro vivía en las alturas de un arco-iris. Allí tenía hecha una casita de nubes y galopeos del aire. Alrededor de ésta había llanuras hechas de rayos de sol. El libro, entonces, se abría cada mañana con un buenos días y la luz, atravesando las llanuras, echaba chispas en sus páginas blancas. Así empezaba cada día la escritura de las primeras líneas del libro transparente.
Después el libro se dirigía a los sonidos de la naturaleza. Abría sus manos y empezaba a volar por el cielo tratando de captar la música. El aire soplaba lentamente. A través de sus palabras el libro se llenaba de signos. Había veces que el aire se detenía y era allí donde empezaban a sonar las entrañas de su alma. El libro entonces cerraba los ojos. Al mismo tiempo se abrían sus páginas blancas y se dejaba llevar por el camino de las alas. En cada aleteo miles de líneas de aire completaban la vida del libro. Era como si lloviese sabiduría musical en el cuerpo del papel. Podías ver el baile de las notas vestidas, cada una con las vivencias de los soplos del aire. Vivencias de todos los lugares y tiempos del mundo. El Todo, sumergido en el corazón de las fibras del libro.
Cuando ya se sentía completo de libertad, empezaba las aventuras escondiéndose detrás de las orejas de la gente. Allí sentía el pulso de la humanidad. Podía saborear como se oye con el oído humano. Mientras tanto cada palabra que se decía, al mismo tiempo se escribía en sus páginas. Pero este libro no sólo se escondía detrás de las orejas del mundo sino que, como era transparente, se aprovechaba para realizar sus travesuras. Así, soplaba en los oídos de las personas cada vez que ellas se ponían nerviosas y éstas trataban de averiguar que podía ser lo que les hacía sentir este airecito cuando se ponían tensas. Había veces que cuando el libro se daba cuenta de que a alguna persona le gustaban los viajes, iba a su oído y con sus poderes mágicos empezaba a contarle historias de las experiencias del viento y a la vez le arrojaba un polvo mágico que le hacía volar en los parajes del cuento que le contaba. Había otras veces que entraba en el oído de algún pasajero cuando este se quedaba dormido y allí libro y pasajero se hacían uno porque lo que ocurría es que subconscientemente al entrar el libro dentro de cualquier persona, automáticamente se vaciaba de los conocimientos que había obtenido y se llenaba del alma de la persona en la que había entrado. Así esta persona a través de sus sueños podía ver el pasado, el presente y el futuro de cada instante y de cada detalle de los lugares del mundo entero y por eso cuando se despertaba era considerado sabio. También había veces que al ver alguna que otra inspiración, paseando por las orillas del río del arte, se quedaba sentado en una piedra y miraba como ésta dibujaba los horizontes de la naturaleza y como con ese intercambio de creación renacían las palabras en su interior.
El primer viaje a través de la realidad había terminado. Y ahora empezaba el viaje hacia la irrealidad. Allí el libro no conocía límites. Lo que había aprendido de los paseos en la vida real ahora en la vida irreal sí que le era útil. Pero ya tenía que utilizar su conocimiento para poder ver aún más allá de lo que era perceptible con la vista. Lo real dentro de la irrealidad. Lo verdadero de la imaginación. Así empezaba a cantar para que cada cosa no útil que le pesaba, se pudiera descargar de sus páginas y así poder llenarlas con lo irreal. Era el canto llamado Uno. Contenía la totalidad de todas las épocas y lugares de la música. El Uno de la armonía. Entonces se reunían bajo él unos árboles mágicos. El libro les hacía llover su música y éstos con sus ramas atrapaban todos los sonidos del libro en su cuerpo y con este se alimentaban los animalitos que habían construido allí sus guaridas. Los animalitos se ponían fuertes y correteando por afuera de los árboles transmitían las vivencias que eran contadas a través de las canciones, en el mundo irreal que se llenaba aún más de imaginación ya que lo que aprendía la gente allí era algo diferente a ellos.
Y el libro seguía su viaje. En este mundo había unos seres llamados secretos. Y estos seres, en su irrealidad, tenían la capacidad de transformarse cada vez en lo que el secreto decía. Una vez uno se transformaba en cuento, otro en palabras, otro en canciones. Otras veces uno hacía de líneas, otro de miradas, otro de escritura, otro de deseos y de fantasías. El libro, entonces, paraba el canto y se ponía a escuchar y a sentir el mundo que le rodeaba aunque ni en este mundo se quedaba quieto sin hacer travesuras. Al sentirse ya lleno de respiros irreales, llamadas inspiraciones, se ponía a fabricar sus cositas.
En este mundo, el único escondite era él mismo pero esta vez como aparente. De este modo no era posible ser visto por su entorno. Entonces se acercaba a los colores y al empezar a decirles historias, los colores se mezclaban al ritmo del compás de la melodía de cada letra del cuento. Otra vez se dejaba guiar por los senderos de las diferentes transformaciones de los secretos. ¿Y el resultado? Los secretos hechos añicos que se dispersaban en su mundo creando otros nuevos. Cuando el libro se ponía alegre sus páginas salían de sí mismas y formaban flores de almas nuevas. Los llamados sabios del mundo irreal. En algunas ocasiones el libro trepaba hacia el silencio. En su llegada se encontraba con la infinitud. El mundo irreal bebía los caminos del libro ya que era en ese instante cuando se transmitía el todo de su alma. Colores, miradas, sentimientos, vivencias, aventuras, el antes, el ahora, el después.
El libro una vez ya vividas las experiencias del mundo irreal regresaba a su casita que ya no era la casita hecha de nubes y galopeos de aire, sino que su casita era ya el mundo entero. Por la noche, antes de dormir miraba las estrellas. Su pensamiento un movimiento de unidades nacidas por las combinaciones.
Al día siguiente un viaje nuevo le esperaba. Ya era hora de cerrar sus páginas y dormir.