Στο Καμπαρέ
Στο καμπαρέ ο φωνογράφος δοκίμαζε να σχεδιάσει
το πορτραίτο της Δυστυχίας
με την βελόνα του ν’ αργοσαλέυει
βουτηγμένη στο μελάνι που αφήνουν τα μινόρε
πάνω στα πυκνομουτζουρωμένα φύλλα των ψυχών.
από φιλέκδικη πλήξη
πρόσφερε την βοήθεια του ο Σαρλό
-ο φονιάς-
και μ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο
πλησίασε το μοναδικό εναπομείναν θύμα του.
Το Παρίσι ήξερε ότι μετρούσε τις τελευταίες ώρες του.
Πριν εξαφανιστεί κι αυτή η νύχτα,
με τα ψηλά τακούνια της
να δίνουν τον ρυθμό της αναπνοής ξανά
σ’ όσα βρέφη ξεροκατάπιαν μες τους εναρμόνιους ύπνους τους,
ο ίδιος είχε βρεθεί νεκρός και κρύος
έχοντας κρυμμένη στις τσέπες του αρκετή Δυστυχία
για να θεωρηθεί κλοπή.
Tα κορίτσια του Τζέρσευ
είναι μόνο τα κορίτσια από το Τζερσευ
που ξέρουν να πετάνε κομφετί στον αέρα
τις στιγμές των απρόσμενων αιτίων χαράς
τις χειμωνιάτικες νύχτες καβαλάνε τα τρένα
αφήνονται στα αχόρταγα μάτια του φεγγαριού
και μες στους κρατήρες του κρύβουν τα μυστικά τους
όταν τα αγόρια πέφτουν με φόρα πάνω τους
χαμογελάνε πονηρά στους περαστικούς,
χορεύουν κάτω από τις κίτρινες λάμπες του Τρέντον.
συνήθως τα φουστάνια τους τα δένουν στο λαιμό
φορούν σατέν κορδέλες στα μαλλιά τους
κι ένα άρωμα φθηνό,βαρύ και τολμηρό πολύ
αν χαθείς στο σκοτάδι της πόλης το βράδυ
θα δεις ότι είναι αυτά τα κορίτσια που βάζουν φωτιά
σ’ όλα τα σβηστά κεριά των κλειστών εστιατορίων
κι όταν τα κορίτσια του Τζέρσευ ρίξουν την πόλη για ύπνο
ένα κομμάτι παραδείσου ξεκολλάει απ τον ουρανό
και αργοπέφτει σαν ξερό φύλλο δέντρου στα μαλλιά τους.
Το Κλειδί
ξέρεις πως το κλειδί γι’ αυτήν την κλειδαριά
ήταν αυτό που ξέχασες σε κάποιο απο ‘κείνα
τα χαμηλοτάβανα δωμάτια,τα σκοτεινά
που έβρισκες καταφύγιο τις νύχτες των κατακλυσμών.
για να το ψάξεις πρέπει να ξανακατέβεις
εκείνες τις σιδερένιες σκάλες
τις δίνες , τις καταπακτές,
τα σκουριασμένα σκαλοπάτια τους,
οι ώρες οι αργές,
η φλύαρη βροχή
κι εσύ ανήσυχος μες τις νωπές κουβέντες της
ήσουν που έψαχνες κάποιο σπίρτο που ν’ αντέχει την φωτιά
κάποιο ξύλο ανθεκτικό στη φλόγα
-σαν κάποια αθανασία μέσα στην τόση θνητότητα-
κι αυτή η καρμική σου τύχη!
ένα κλειδί να παιζολάμπει, μελίχρυσο φώς
σε μια απόμερη γωνιά στο υγρό τσιμέντο.
κι ήταν εκείνη την στιγμή
που μέσα στην βιασύνη,
στων καρπών σου το τρέμουλο
και στην ευδαιμονία της ακρόασης του “κλίκ”
που άφησες το κλειδί να πέσει από τα χέρια σου…
και τι προβάδισμα που έδωσες ξανά στην δέσμευση.










