Ποιήματα περισυλλέγω
από δρόμους που δε βρίσκουν γυρισμό
απʼ τις κούνιες νηπίων θηλαζόντων
κάτω απʼ τα δέντρα αναλφάβητων βοσκών
ποιήματα αδέσποτα εκείνων
που με μια δύναμη
των μαζών τους δυσανάλογη
από το κέντρο ολοένα
του βάρους τους παρεκκλίνοντας
με συμπαθητική στο χρόνο
χάραξαν ανεξίτηλα μελάνη
κι υψώθηκαν και έπεσαν
κι αναλώθηκαν
σαν αληθινοί ποιητές
Ένα ένα τα τακτοποιώ
προσέχοντας πολύ να μην πειράξω
την ορθογραφία της πράξης τους
το συντακτικό της ευαισθησίας τους
τη γραμματική της έμπνευσής τους
τον ήχο τους προσεκτικά μεταποιώ
γιατί είναι ποιήματα εύθραυστα
φτιαγμένα από τη ύλη
των αδικημένων ποιητών τους
Μια μυστική φτιάχνω ανθολογία
των πιο ωραίων ποιημάτων
των ποιημάτων που δε γράφτηκαν ποτέ
***
Άγιοι και Ποιητές
Ta αμάραντα να πιάσουν
αγωνίζονται στεφάνια
τεντώνονται οι άγιοι
τεντώνονται κι οι ποιητές
Με τα δυο πόδια πηδούνε οι άγιοι
με τόʼ να πόδι οι ποιητές
Ε εσείς της ομορφιάς εραστές
άγιοι και ποιητές
το νου σας μη ξεγελαστείτε
τα μάτια κρατήστε ανοιχτά
Κοιτάξτε εδώ στη γειτονιά
πώς χαμηλώνουν τη ματιά
η καινούρια όταν περνά
της γειτονιάς η νύφη
λουσμένη μεσʼ στο φως που βγάνει
το λαμπρό της το στεφάνι
***
Mια Ικεσία
Συγχώρεσέ με Κύριε
σαν την αιμορροούσα και την πόρνη
γιατί το κακό
όσο μπορούσα δεν το πολέμησα
γιατί στις καρδιές των ανθρώπων
δεν άκουσα
τις ευαίσθητες χορδές
των εκτοπλασμάτων τους
τα βιολιά των ερώτων τους
τις άρπες των προσδοκιών τους
παρά μόνο ουρλιαχτά
και κύμβαλα νʼ αλαλάζουν
Συγνώμη Κύριε,
πίσω απʼ την ψεύτικη εικόνα
αν και γνώριζα
έκανα πως δεν είδα τα καλώδια
τα σβησμένα κυκλώματα
τα καμένα πηνία
το σίδερο και το μαύρο αίμα
το μαύρο αίμα και το σίδερο
τη ζωή την αληθινή
Κύριε, την εντολή σου παρήκουσα
τα έργα μου δε μπόρεσα να τα στολίσω
με στρατιώτες περήφανους
με γενναίους φρουρούς
Στα σκοτεινά σοκάκια έστριψα
των σκληρών τοκογλύφων Όμως τελειώσαμε πια Κύριε κι αυτοί δεν έχουν τίποτα πια
για να μου δώσουν
κι εγώ δεν έχω πια άλλη ψυχή
για να μου πάρουν
Αυτά έλεγε γονατιστός
με φως λουσμένος
ομολογητής και όσιος
ο μέγας ποιητής
***
Ευχαριστία
«Ω σας ευχαριστώ»
αναφώνησε η σιωπή
Σας ευχαριστώ
για τα μαχαίρια σας
που μπήκαν βαθιά ως το κόκαλο
Σας ευχαριστώ
γιατί όσα μου δώσατε εσείς
δε μου τα πρόσφεραν
οι πιο λαμπρές ανθολογίες
οι φεγγαρόλουστες νυχτιές
Για σας δεν είμαι
παρά μια σιωπή
αδέξια τόσο
που τα μεγάλα λόγια θα κορόιδευαν
τʼ αστέρια θα την πετροβολούσαν
οι θάλασσες θα την βούλιαζαν
Μα όταν εσείς κλείνετε τα μάτια
σε μέρη απαράκλητα γυρνώ
-εκεί τʼ αεροπλάνα δεν πετούν
τα πλοία δε τολμούν να πλησιάσουν-
εκεί οι αθάνατοι ζουν σα νεκροί
μισοί πάνω στη γη
μισοί ψηλά στον ουρανό
σε μέρη επικίνδυνα
όπου είναι δίκαιο και νόμος
ο πιο ευαίσθητος να επιβιώνει











Γλαφυρά και λυρικά. Αυτό το στυλ μ’ αρέσει πολύ
σχόλιο δεν έχω…
μόνο ένα δάκρυ κύλισε …
μόνο ένα χαμόγελο χαράκτηκε…
ευχαριστώ…
Με χαρά παρατηρώ πως τα όμορφα ποιήματα συνεχίζουν.Θα ξεχώριζα απ’αυτή την ομάδα την “ευχαριστία”.Σε σχέση και με τα παραπάνω, θα ήθελα να σημειώσω πως την απαιτούμενη σκληρότητα την προσφέρουν πλουσιοπάροχα “τα μαχαίρια που μπήκαν βαθιά ως το κόκκαλο” και φυσικά τα σκουπίδια της εποχής και είναι αυτή η σκληρότητα που προστατεύει την ακοίμητη φλόγα της ευαισθησίας, η οποία τελικά είναι η μόνη αθάνατη, έστω και αν δεν μπορούν να το δούνε όλοι ΄με την πρώτη ματιά.Καλή συνέχεια λοιπόν!