Не жалею
Δε θρηνώ ούτε πονώ.
Μονάχα θωρώ τον άδειο δρόμο στο βουνό.
Το άγριο δάσος χαιρετά φιλόξενα,
ο σκληρός άνεμος το μονοπάτι ανοίγει.

Не жалею, не зову, не плачу.
Все пройдет, как с белых яблонь дым. (1)

Δε θρηνώ ούτε πονώ.
Την ώρα περιμένω.
Οι πέτρες θα σκονιστούν
και τα αγριόχορτα θα πατηθούν.

Τα πολύχρωμα μούρα κάποιος θα κόψει
το νερό στα φύλλα κάποιος θα πιει.
Χνάρια θα φυτρώσουν παντού.
Σιωπηλά κάποιος θα τον ακολουθεί.

Ίσως όμως χαθεί
ο αέρας δε γνωρίζει το άρωμά του.
Στις συλλαβές του κανείς δε θα απαντά.

Στο σκοτάδι το λυχνάρι θα σβήσει.
Λίγο πριν την πόρτα μου.
Οι φωνές θα φύγουν
τα φτερά θα χαθούν.

Λίγο πριν την πόρτα μου
το όνειρο θα φύγει
και θα πατάς στη γη.
Λίγο πριν την πόρτα μου
τον δρόμο θα πρέπει να βρεις.

Не жалею, не зову, не плачу.
Все пройдет, как с белых яблонь дым.

 

 

1. Δε λυπάμαι, δε φωνάζω, δεν κλαίω

όλα θα περάσουν, σαν απ’ τις μηλιές άσπρη καπνιά.

Σεργκέι Γεσένιν (1895-1925)

 

Κι έμεινες έρως άδοξος

Κι έμεινες έρως άδοξος.
Ούτε με μύρα κι ευωδιές,
ούτε μ’ ανθούς και κρίνους
δε σ’ έζησα, δε σ’ ύμνησα.
Τα λόγια σου δεν έκανα
μπαλάντα, ούτε σονέτο
για το θέρος της μορφής σου.
Η μνήμη σου δεν είχε
άλγος τραγικό,
ούτε μαινάδα ο Χορός
με θρήνους κι οιμωγές
δεν ήσε την φυγή σου.
Σε κύκλους με κυρές
με λύρες και λαούτια,
άσματα για την Θεά,
δεν κίνησα να παίξω.
Κι όσο κι αν νόμισα
ότι σε δέντρα και κορμούς
το όνομά σου κυκλικά
θα γέρνει στο δικό μου,
σε πλίνθους και σε πέτρες
σ’ όστρακα και σ’ άλλα
θραύσματα πολλά
η μνήμη μας θα μένει.
Στοιχειά και στίχοι πρόχειροι
κάπως θα μας θυμούνται
κι έρωτας, εσύ, άδοξος
για μένα, πάντα θα σαι.

 

Δε μιλώ για σένα

Δε μιλώ για σένα
μα μου μιλούν τα όνειρα,
η πάχνη και ο ξανθός ουρανός του πρωινού.

Μου λένε για τα στηρίγματα του θρόνου σου
και τα χρυσά σανδάλια των ματιών σου.
Μου λένε τα μυστικά και τις αμαρτίες σου
για να μπορέσω να αγοράσω την αγάπη σου.
Μια αμαρτία, ένα φιλί
μια αμαρτία, ένα φιλί.

Μου λένε ότι χτες ονειρευόσουν έναν γάμο,
το γάμο της ζωής και του θανάτου
και τα παιδιά τους εμείς.
Αιμόμικτα και θνησιγέννητα μας φωνάζαν οι ουρανοί.
Κατάρα του γένους, σήψη της ψυχής,
Εμείς.

Μου λένε ότι οι ευνούχοι σου ζηλεύουν την άρθρωση των χρησμών σου.
Όταν καταπίνεις τη δάφνη ανακατεμένη
με το μαύρο αίμα και τον πόνο των ανθρώπων
βγάζεις αλαλαγμούς εκκωφαντικούς.
Τιθασεύεις τον άνεμο και τα παγερά του δάκρυα.
Μαγεύεις εμένα, το σκυλί ,τον εαυτό σου…

Μου λένε για τις μεταμορφώσεις σου.
Τη μια μέρα μέγαιρα,
την άλλη περιστέρι.
Τη μια μέρα Αυγούλα ταπεινή,
την άλλη καταιγίδα.

Μου λένε ότι τα περιστέρια έφυγαν από το άρμα σου.
Αετούς και γύπες ήθελες στη θέση τους.
Τα αρπακτικά τους νύχια ξέσκισαν την αγνότητα σου.
Δεν είσαι πια αθώα, σεμνή και ταπεινή.
Την ομορφιά σου έφαγαν οι ρυτίδες.
Την καλοσύνη σου οι Σειρήνες.
Τα σκιστά σου μάτια ο καημός.
Πλέον δε βλέπεις όνειρα και
δεν ακούς τις Μοίρες.
Η μουσική σου ρηχή
και η ψυχή σου κενή.
Έχασες τα πρώτα και έμεινες στα δεύτερα.
Χωρίς όμως τα πρώτα δεν είσαι πια Εσύ.

 

Χίτλερ

Λίγη γυναικεία ποιήση στο τραπέζι, παρακαλώ
γαρνιρισμένη με μίσος σκουληκιού για το φως,
κακεντρεχείς διαμπερείς τοίχους,
πάθος για φασίστα και δύναμη.
Μη μου φέρετε αίμα
έχω πιεί αρκετό, πώς είμαι τόσο νέος;
Μην κοιτάτε τα δόντια μου
είναι αγνά και άβγαλτα.
Δεν τα αφήνω ναι παίζουν τη μέρα.
Όχι για το φως.Λάθος!
Για το σκοτάδι.

Με λένε παρανοϊκό. Δεν είμαι.

Γύρω μου θα δείτε εμβλήματα.
Δεν είναι από νίκες. Είναι από σφαγές.
Όταν ήμουν μικρός έσφαξα έναν έρωτα.
Του μάδησα τα φτερά και τον ξεμάλλιασα.
Δεν άφησα ούτε τα χορτάρια ούτε τα κρυφά φιλιά.
Είναι ανήθικα. Οι μπλε και οι πράσινες ίριδες
γαντζώθηκαν στον χάρτη.
Δεν ξεκολλούν με τίποτα.
Τα μάτια μένουν ακόμα,
ενθύμια στις φλέβες του μυαλού μου.

Με λένε παρανοϊκό. Δεν είμαι.

Όταν ανδρώθηκα έσφαξα έθνη.
Κάθε έθνος είναι μία σελίδα της ιστορίας.
Μισώ το παρελθόν. Σε δένει.
Είναι μία αράχνη και τα έθνη ο ιστός της.
Μου κόβουν το ρουά ματ. Να τους φάω όλους.
Πριν ήμουν μυγάκι. Δεν είχα πόδια.
Όλοι γεννιούνται χωρίς πόδια.
Τους τα κόβουν νωρίς.
Δεν μπορούν όλοι να είναι δυνατοί.
Δεν πρέπει όλοι να είναι δυνατοί.
Οι θεωρίες και η τρέλα υπάρχουν γι’ αυτό.
Για να σου κόβουν τα πόδια.
Άσπρο νήμα παντού και εσύ δεμένος.

Με λένε παρανοϊκό. Δεν είμαι.

Τώρα σκοτώνω παιδιά. Όχι τα δικά σας.
Αυτά τα αφήνω για αύριο.
Τα παιδιά του χτες μου δίνουν αίμα.
Ήπια των γονιών τους και θα πιω και το δικό τους.
Το κόψιμο των νεύρων και το έρεβος της μνήμης αρκούν.
Γίνομαι αράχνη και τους δένω.
Είμαι η ιστορία και τα φύλλα τα εμβλήματα.
Δεν έχω σελίδες. Τις κατάπια.
Δεν άφησα χέρι. Τα παιδιά σας;
Το αύριο δεν αργεί.

Με λένε παρανοϊκό. Δεν είμαι.

Το σάπιο μου σώμα αχνίζει.
Η βρώμα των σφαγών παντού.
Το ξέρω. Σκότωσα λίγους.
Δε σας φοβίζω πια. Μοιάζω νεκρός.
Κάτω από τα φασκιωτά πανιά
τα μάτια μένουν κόκκινα.
Θα συνεχίσω να υπάρχω.
Όχι έτσι. Βρωμάω. Μέσα από άλλους.
Τα δικά σας παιδιά βοηθούν. Θα βοηθήσουν.
Δε με θυμούνται. Λένε για μάχες, κελιά, πτώματα.
Δεν είναι έτσι. Ο πόλεμος φταίει.
Κοιτάξτε τη σημαία του. Ανεμίζω.

Με λένε παρανοϊκό. Δεν είμαι.