Το γράμμα

Το γράμμα έφτασε αργά στα χέρια σου.
Την ώρα που άνοιγες δειλά δειλά,
είδες λευκό χαρτί χωρίς λέξεις.
Χαμογέλασες με πίκρα καθώς άφηνες στην άκρη
τους σάπιους λογισμούς.
Δεν γράφουν ποίηση πια οι ποιητές, είπες.
Και ντυμένη στα χρώματα του Ιονίου
ντράπηκες για την κατάντια των ανθρώπων.
Με τις ιέρειες του Αχέροντα να ουρλιάζουν
και να ξεσκίζουν τις σάρκες τους,
έκλεισε έτσι απλά η αυλαία της παρακμής.
Κι ήμασταν ακόμα νέοι όταν έπαψαν
να ελπίζουν στους λόγους των ανθρώπων.

Κέρκυρα Μον Ρεπό
25 Ιουνίου 2007 (7:45π.μ.)

Στην Χριστίνα Θέμα


***

Η αμαρτία μου: ότι γεύθηκα ανύπαρκτους έρωτες.
Το έγκλημα μου: ότι πίστεψα στους ανθρώπους,
χωρίς ποτέ να ερμηνεύσω τις επιγραφές των τύμβων.
Επρόκειτο για έναν πλήρη σκοταδισμό.
Με ένα φτωχό έπαθλο περιφέρονται ανόητα
στα καφέ μπαρ και διαλαλούν την ηλιθιότητα τους.
Επικαλέστηκε τις ώρες που πλαγιάσαμε
και σχεδιάζαμε υδάτινες πολιτείες.
Ήταν μια συντριβή να βλέπεις τις ημίμετρες πράξεις του.
Μοιάζαμε όλοι σαν άδεια σπίτια και ορφανοί από αγάπη.
Περιμέναμε κάποιον να μας ανοίξει την πόρτα
και να προσφερθεί να καθίσει μαζί μας
και να εξαντλήσουμε κάθε μελλοντική πρόκληση.

Αθήνα 8 Νοεμβρίου 2005

***

Γέμισε ο κόσμος πουστάρες και πώς να διαφυλαχθώ
Από τις απειλές τους, που έκρυβαν τόσο επιμελώς;
Ασθενούσαν οι μεν πρώτοι στην ψυχή
Η δε δεύτερη στο σώμα
Αυτούς συναναστρεφόμουν στα πάρκα τις νύχτες με την υγρασία
Περιμένοντας απεγνωσμένα εκείνον τον ωραίο άνδρα
Να ʽρθει σαν απομηχανής θεός
Και να διαγράψει από τον πίνακα της ψυχής μου
Τις τεθλασμένες γραμμές
Οι μεν πρώτοι άπλωναν το δηλητήριο τους
Σαν το σοβά των οικοδόμων.
Μπορούσαν με τα οικοδομικά υλικά να καλύψουν αυτά που δεν
Κατάφερε η αγάπη του
Μέχρι που έφταναν τα όρια της ηλιθιότητας του άνθρωπου, σκέφτηκα.
Γύρισα τις πλάτες σε όλους αυτούς
Και περπάτησα μόνος τους άδειους και μουσκεμένους δρόμους
Τόσα χρόνια αυτό δεν έκανα;

Κέρκυρα 1 Απριλίου 2011
Στον Felipe Emanuel Arevert

***

Σαν τσιγάρο

Σαν τσιγάρο που δεν καίγεται πνίγονται οι σκέψεις μου.
Μες στη βρωμιά των λασπόνερων
αναλώνω τα πάθη μου,
όπως τα ελπιδοφόρα ρεύματα στο πάρκο.
Ως πότε όμως;
Σαν τσιγάρο που φλέγεται σε βρώμικα δάχτυλα
διασκορπίζω επάνω στα χαλίκια όλη την ενέργεια μου.
Τι κι αν στον ορίζοντα το φως αρνείται
να εγκαταλείψει τον άνδρα με το σκισμένο πουκάμισο.
Σαν τσιγάρο στα χέρια ισχνών ανδρών
που ορίζουν τον έρωτα στην υψικάμινο φωσφορίζουν
νωχελικά οι σκέψεις μου.
Χρόνος άχρονος σηματοδοτεί το πέρασμα από το παρόν στο απών,
όπου σπατάλησα άσκοπα ό,τι είχα συγκεντρώσει μʼ επιμέλεια απʼ την εφηβεία μου.
Σαν τον Αντίνοο του Αδριανού αποκρυπτογράφησαν
το σώμα στη σκιά των ρούχων,
που δεν επιτρέπουν να ξεκλέψω λίγη από την ηδονή τους.
Άλλοι απολαμβάνουν τα ηδονικά του πόδια.
Σαν τσιγάρο που δεν άναψε ποτέ κουβαλούν την ανατομία
του θανάτου και εμπορεύονται για μια χούφτα χρημάτων
την ηδυπάθεια των ματιών του.
Και συνδιαλέγονται με ανυποψίαστους περαστικούς, προφανώς
για να ορίσουν την τελική τιμή του εμπορεύματος.
Σαν τσιγάρο- που κρέμεται από τα χείλη του
– έτσι και τώρα το σώμα ζητά εκδίκηση και όνειρα για ανάπαυση.

Αθήνα 28 Νοεμβρίου 2008

Στους Ρένα Μπαζούκα
Χριστίνα Θέμα
Ουρανία Τσέτσου
Θεοδόση Πυλαρινό
Μάκη Ζωχιό

***

Σώματα δουλεμένα μες στα εργαστήρια των γλυπτών συμπλήρωσαν
τα κενά της δικής σου απουσίας.
Τα γόνατα σου περιέχουν την ουσία των βροχών.
Πίσω απʼ τα τζάμια του λεωφορείου
ρεμβάζεις τις λεπτομέρειες της συνάντησης μας.
Συγκράτησα ως εικόνα το ηδονικό σου σώμα
να τρίβεται σε ξερά χόρτα και με χειρονομίες
σηκώνεσαι και φοράς το σκισμένο από το καιρό παντελόνι.

Κέρκυρα 19 Μαρτίου 2011