ΜΟΝΟΛΟΓΟΣ

Να μαζέψουμε όλες τις λέξεις,
Όσες πεθαίνουν ανείπωτες μες στα μεγάλα λεξικά,
Εκείνες που προφέρθηκαν κάποτε
Και τώρα αντηχούν μόνο τα απόφωνά τους.
Να μαζέψουμε όλες τις λέξεις,
Όσες είναι καρφωμένες στις καρδιές των γυναικών,
Εκείνες που γέρασαν και θυμίζουν τώρα μαύρα πουλιά
Καθισμένα στους βράχους να γεύονται τις τρικυμίες,
Να μαζέψουμε όλες τις λέξεις,
Όσες έχουν χυθεί σαν κορυδαλλοί στο χορτάρι
Όσες κρύφτηκαν στα δόντια,
Εκείνες που περιγράφουν ένα νεκρό άνδρα,
Ένα ελέφαντα στην είσοδο ενός λιμένα,
Ως άγαλμα, ως υπενθύμηση
Του φοβερού Νικάνωρα.
Να τις μαζέψουμε όλες.
Μονάχα μια να αφήσουμε τριγύρω μας,
Ελεύθερη, σπουδαία.
Έτσι του μίλησα,
Μα εκείνος κοιτούσε επίμονα έξω
Προς τη νύχτα και επαναλάμβανε
Τον επικίνδυνο όρο
Και έμοιαζε να καραδοκεί,
Καθώς το αναμμένο οξυγόνο
την εύφλεκτη ανταπόκριση.
Να μαζέψουμε όλες τις λέξεις,
Να αφήσουμε μονάχα εκείνες
Που έχουν υποστεί τη φοβερή
Του εγχυτρισμού τη διαδικασία.
Έδειξε να συμφωνεί και θυμάμαι
Που όλο μεγάλωνε μες στο φως,
Προφέροντας μία προς μία
τις ονομασίες των κορυφών
του βουνού των αρωμάτων.

«ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΣ»

Ελήφθησαν όλες οι αναγκαίες προφυλάξεις.
Απομακρύνθηκαν οι ένοικοι των κτιρίων,
Τα υπέροχα ζώα του βασιλιά.
Το άγαλμα με τα ακίνητα μάτια
Τοποθετήθηκε στο κτίσμα τύπου τολ,
Θα το ανακαλύψουν έπειτα από αιώνες
Οι ζωντανοί μιας άλλης εποχής.
Θα εντοπίσουν τα χέρια,
Τα θραύσματα από το κρανίο,
Τα άδεια μάτια θα εντοπίσουν.
Ύστερα κοιτώντας τις φωτογραφίες
των ευαίσθητων φιλμ,
Θα μνημονεύσουν τους νεκρούς συγγενείς.
Θα προβούν στην παραδοχή πως
ελήφθησαν όλες οι αναγκαίες προφυλάξεις.
θα εξερευνήσουν τα σώματα,
Με όλες τους τις ατέλειες,
Με τους λόφους και τις λίμνες,
Με τη διάχυτη ροπή προς τη φθορά.
Οι άνθρωποι θα μπορέσουν να γεράσουν
Προσμένοντας την απάντηση
Στην έκκληση για βοήθεια.
Μα πάλι οι υπολογισμοί κρίνονται επίφοβοι.
Γιατί κάποιος υπάλληλος του δήμου
Με όψη γελωτοποιού
Μπορεί να υποκλέψει τελικά
τα βιβλία των ληξιαρχείων
Και έτσι κανείς
να μην μπορεί να αποδείξει
Πως υπήρξε κάποτε ζωντανός.
Τώρα όλοι κοιτούν προς τη νύχτα,
Επίμονα,
Το άγαλμα διατηρεί τη θεϊκή ακαμψία του.
Στο στόμα, σωροί από γύψο
Φράζουν τα ουρλιαχτά των αιώνων.
Μάταια, λοιπόν ελήφθησαν
Τόσες προφυλάξεις,
Μάταια διατυπώθηκαν
Τόσοι δισταγμοί,
Τόσα υπονοούμενα.
Οι αγαπημένοι,
Οι παλιοί μας φίλοι,
Δεν θα φανούν πια.

«ΔΙΕΘΝΗ»

Στη στήλη των «Διεθνών»,
Στις καταχωρήσεις περί παραδόξων,
Καταστροφών φυσικών,
Υπήρξε μιαν αναφορά,
Μια είδηση με προεκτάσεις θεολογικές.
Ανευρέθη, λέει, ο τάφος του Απόστολου Φιλίππου,
Ανάμεσα στα ερείπια της ξακουστής
Των Φρυγών πόλεως.
Ανάμεσα σε θέατρα, δεξαμενές άλατος,
Μες στις πέτρες των θεάτρων,
Των άλλων των κτιρίων,
Των δημοσίων,
Εντοπίσθηκε ετούτο το περίφημο εύρημα.
Μα σε τούτα τα συντρίμμια,
-Δεν αναγραφόταν στην είδηση-,
δεν θα βρεθεί,
Με βεβαιότητα,
Εκείνο το σύμπλεγμα των σωμάτων
Που σύχναζε στις θέρμες,
Εκείνα τα κορμιά
Που επεδείκνυαν μια προσήλωση βυζαντινή
Σε πράξεις ερωτικές,
Καθώς συμβαίνει στους χώρους της αρχαιολογίας,
Σαν βρεθεί κανείς μες στη σωσμένη σιωπή
Των ένδον χώρων.
Στη στήλη των «Διεθνών»,
Εκεί που καταχωρούνται
Οι τρομερές των ανθρώπων ανταποκρίσεις,
Εκεί αναγράφεται η είδηση
Για την ανεύρεση του ταφικού μνημείου
Εκεί που περιγράφονται εν συντομία
τα εγκλήματα,
τα πιο επαίσχυντα,
Και τα άλλα, τα όσα συμβαίνουν στις ρωσικές τούνδρες,
Στα μέρη που πέφτουν στάλες, σαν κινέζικα στιλέτα,
Στα λυπημένα διαμερίσματα μιας πόλεως επαρχιακής.

«ΑΝΑΠΟΦΕΥΚΤΟ»

Όταν θα έχουν τελειώσει οι εποχές,
Όταν θα έχουμε γεράσει
Και τα γόνατά μας θα τρέμουν
Μες στους σπασμούς
Θα σταθούμε στις οροφές
Των πατρικών μας σπιτιών.
Θα κοιτάξουμε ο ένας βαθιά τον άλλον,
Θα διαλυθούμε βαθιά ο ένας
Μες στον άλλον,
Θα θυμηθούμε τότε
Που ξεκινήσαμε με τις μεγάλες βάρκες,
Το δρόμο μας φώτιζαν κεριά,
Έπειτα σώθηκε το φυτίλι,
Σκοτείνιασε και ακούγονταν παντού
Κραυγές σφαγμένων,
Εκρήξεις σποραδικές,
Ελάχιστοι κατόρθωσαν να γεράσουν
Από εκείνη τη γενιά.
Όλο ρωγμές πια,
Θα νιώσουμε έκπληξη
Που παραμείναμε ζωντανοί,
Σε πείσμα τόσων απειλών.
Εκείνοι που χαιρετούν από μακριά
Είναι οι παλιοί μας φίλοι,
Ήρθαν να μας συντροφέψουν,
Στα ταξίδια μας.
Εμείς πεθυμήσαμε τη φωνή τους,
Καθώς έβγαινε σαν λιοντάρι
Από τα στόματα.
Ελάτε, κινήστε,
Είναι καιρός,
Θα μας πουν
Με ύφος παραγγέλματος.
Εγκαταλείψατε τις εστίες σας,
Τις πόλεις σας εγκαταλείψατε,
τα φρουραρχεία,
Τις φυλακές,
Τα καφενεία
Με τις ονομασίες
Των οερινών εξάρσεων.