Χαμένος

Βάρκα χωρίς όνομα
Βάρκα χωρίς κουπιά, χωρίς πανί
Και είμαι μέσα της χωρίς πυξίδα
στη θάλασσα της θλίψης
Θάλασσα γκρι, ήσυχη, μακάβρια
και εγώ επιπλέω
Πού πάω;

Η μελαγχολία σαν ομίχλη παγωμένη
καλύπτει τα πάντα.
Περνάει μέσα από τους πόρους του δέρματος
και πλημμυρίζει την καρδιά μου,
ψυχή μου,
το μυαλό μου.

Θέλω να ουρλιάζουν,
αλλά η φωνή δεν βγαίνει.
και αυτή είναι παγωμένη όπως όλο το σώμα μου.

Εφιάλτες ζωντανή από την Ιβηρική
Με ακολουθούν
Και ούτε οι άγγελοι με το γλυκό χαμογελαστό πρόσωπο,
που έρχονται να με βοηθήσουν μπορούν να ηρεμήσουν
τον πόνο μου.

Οι εφιάλτες είναι παρόντες και
με τρελαίνουν
Θέλω να κόψω το κεφάλι μου και να το ρίξω στη θάλασσα,
έτσι δεν θα πρέπει να σκέπτομαι πια …

«Την εύκολη λύση ψάχνεις πάλι»
μια φωνή από το πουθενά μου λέει και συνεχίζει
«Πάλεψε
Πολέμησε
Δεν πρέπει να φοβάσαι να χάσεις »

Απαντώ
«Κάνει κρύο και είναι σκοτεινά,
δες τα χέρια μου,
είναι μικρά,
ματωμένα από ξυλοδαρμούς,
γεμάτα αντρικά υγρά.
Κοίτα το σώμα μου,
μελανιασμένο από τη βία και την αυτο-τιμωρία.
Κοίτα τα πνευμόνια μου,
μαύρα από το χόρτο
Δεν ανασαίνω.
Και την ψυχή μου
Πόσο μπορεί να αντισταθεί,
ζωντανή, αλλά νεκρή
από την εκπαίδευση των γονέων;

«Πάλεψε
πολέμησε
έχεις τη δύναμη.
Δεν πρέπει να φοβάται αν χάσεις
Δε θα χάσεις,
μόνο θα νικήσεις »
πάντα η ίδια φωνή ..

«Τι μπορώ να κερδίσω;» ρώτησα
«Τον εαυτό σου» μου απαντά
«Τον Άγγελό μου, θα τον έχω;
Πρέπει να τον μοιράζομαι με τους εφιάλτες;
Ή θα τον απομακρύνουν για πάντα μακριά από μένα;
Απάντα! Απάντα!
Δεν έχεις μια απάντηση τώρα;
Δεν έχεις μια απάντηση στο πιο σημαντικό ερώτημά μου;
Πού είσαι;
Χάθηκες;»

Μόνος
Νιώθω μόνος
στη μέση της λυπημένης θάλασσας
Με τους εφιάλτες που σιγά-σιγά μου αφαιρούν τη ζωή

Στον Βαγγέλη

Τα σύννεφα πυκνώνουν, πάνω στο γαλάζιο ουρανό της Λευκωσίας
Ο ήλιος κρύφτηκε και κουρασμένος ξάπλωσε πάνω στο απαλό τους στρώμα.
Μακάρι να βρέξει.
Το κρύο αρχίζει και γίνεται βαρύ, τα χνώτα μου καπνίζουν την ατμόσφαιρα.

Ένα τέτοιο μεσημέρι, εκεί στα στενά της Σκύλλας και της Χάρυβδης,
σε γνώρισα Βαγγέλη,
θυμάσαι;

Με το μακρύ ξανθό μαλλί σου, τα μικρά γυαλιά στα μάτια σου, χαμογελαστός και μικροκαμωμένος, σηκώθηκες και με χαιρέτησες,
«Καλώς ήρθες στο Reggio Calabria»
θυμάσαι;

Στην αρχή πολύ παρέα δεν κάναμε. Αρχιτεκτονική εσύ, γεωπονία εγώ.
Όταν με έβλεπες στο corso να κάνω passeggiata πάντα με χαιρετούσες και με ρωτούσες πώς τα περνώ στο maledetto Reggio,
θυμάσαι;

Γίναμε συμπαίκτες στην Intercoma,
εγώ τερματοφύλακας, εσύ ο καλύτερος αμυντικός μου
και με μαεστρία φυλούσαμε την porta, στον ελληνικό εμφύλιο Intercoma – Πατραϊκός
θυμάσαι;

Τα χρόνια πέρασαν, κουρεύτηκες, μεγαλώσαμε.
Εγώ έπαιρνα πτυχίο, εσένα σου έμενε η πτυχιακή,
ξέρω, είναι δύσκολες οι πτυχιακές στην αρχιτεκτονική, κρατούσαν χρόνια.
Ήσουν εκεί στο αποχαιρετιστήριο παιχνίδι calcetto που οργανώθηκε προς τιμή μου
θυμάσαι;

Πάντα με το χαμόγελο και αστεία, ήσουν

Έφυγα, πήγα στρατό, ήρθε το Πάσχα.
Ήμουν στο Λουτράκι, Κυριακή του Πάσχα,
ήταν και ο φίλος μου ο Sasà από το Reggio,
τον θυμάσαι;

Και πάνω στο κέφι, χτυπά τηλέφωνο,
ήταν η Τότα, η παλιά μου συγκάτοικος
την θυμάσαι;

μου είπε ότι σε γράψανε οι εφημερίδες…
Studente Greco trovato morto al potro di Reggio Calabria,
είχαν και τη φωτογραφία σου.
Ο ουρανός σκοτείνιασε, ναι όπως σήμερα,
η Κυριακή της Ανάστασης έγινε πάλι Μεγάλη Παρασκευή.

Τι έγινε Βαγγέλη μου;
Ήταν βαρύ το κλίμα της Καλαβρίας και δεν άντεξες άλλο;
Αυτοκτόνησες;
σε έφαγε η Ndrangheta γιατί βρέθηκες σε λάθος μέρος τη λάθος στιγμή;
Ποτέ δε θα το μάθουμε..

Στη μνήμη, όμως φίλε μου,
στη μνήμη τη δική μου και των άλλων σαράντα Ελλήνων φοιτητών της δεκαετίας ʼ96-06
θα μείνεις χαραγμένος καλέ μου φίλε.
Έγινες όμως Άγγελος.
Θα μας λείψεις πολύ,
να το ξέρεις..

***

Φύγε!

Λεωφορείο περνάς
μπροστά από τα μάτια μου
Φεύγεις
Όπως και οι σκέψεις μου
ʽΌπως οι ανθρώπινες φιγούρες

Ευχαριστώ
Αλλά δε θα έρθω μαζί σας
Θα μείνω εδώ

Φτάνει πια!
Δεν μπορώ πια
να ξεφεύγω από τις σκέψεις μου
να το σκάω για να σωθώ από το φόβο
να το σκάω γιατί φοβάμαι το φόβο

Όχι, δε θέλω να φύγω για κάτι άλλο
Όχι, δεν θέλω να φεύγω και να επιστρέφω

Θα μείνω εδώ
Εδώ, μ ‘αγαπούν
Εδώ αγαπώ
Εδώ αισθάνομαι καλά

Θα μείνω εδώ
Με την αγάπη νιώθω πλήρης
Στην αγάπη βρίσκω τη δύναμη

Θα μείνω εδώ
Θα παλέψω
δε θα φύγω αυτή τη φορά
Ούτε κάποια άλλη
Θα παλέψω
και νικητής θα βγω

Φύγε λεωφορείο
Φύγε
μη με περιμένεις
πήρα την απόφασή μου
τα πόδια μου έβγαλαν ρίζες
σε αυτό το νησί

Θα μείνω εδώ

***

Η μάσκα

Χαμογελώ, γελώ, κάνω αστεία
Η μάσκα

Δε ζηλεύω, δε θυμώνω, είμαι υπομονετικός
Φταίει η μάσκα

Ζηλεύω; Θυμώνω;… Δεν ξέρω..
Είναι η μάσκα

Ποιος είμαι; Τι νιώθω; Νιώθω;
Κατατονία.. είναι η μάσκα

Την πετώ! Την πέταξα;… Είμαι εγώ;… Ποιος είμαι εγώ;
Η Μάσκα.