1)Ασυζητητί
Μετά την ήττα, δευτερογενώς
συναιρούμαι με το στερητικό άλφα
και στη βουνοκορφή του στέκομαι χουγιάζοντας κάθε ανάγκη.
Μετά κατηφορίζω κι
είμαι ξανά στο παραπέτο μιας καρότσας
κοντά όπου ξεφυσάει μαζί μου ο Αχελώος
αχός και μοιρολόι αλφαδιασμένα
απάνω στο νερό να περπατήσω.
Συντεταγμένες γράφονται στα μάτια μου,
Τα χέρια μου προϋπαντούν ευχές συνταξιούχες.
Κι όλο μου πέφτουν.
Φυγόκεντρες αγκαλιές
Αφροί που σκάνʼ στα βράχια
στολίδια στο λαιμό τους κρεμασμένα μνήμες άτολμες.
Κοίτη ξεκούραστη από κορμιά το στήθος,
να αγωνίζεται στο ρελαντί κόντρα στο ρεύμα.
Τα ρέστα μου όλα παίζω κι όσα κερδίζω
στέλνω το πιτσιρικά να πάρει δύο τσιγάρα, ένα δικιά του πληρωμή.
Ψωνίζει πότε πότε λίπασμα και σπόρο
και κάνει τάχα πως έσπειρε δυο λέξεις.
Φυτρώνουν σύσσωμες σαν ποιήματα ποτιστικά στον κήπο
και σαν κρεμμύδια ώριμα ξεριζώνω
και τα κρεμάω αρμαθιές πίσω απʼ τα δόντια,
το πλένω και το ξεφλουδίζω στα τυφλά,
τέχνη της μάνας μου αρχαία να μένουνε τα δάκρυα μέσα
μισό δαγκώνω, μισό αλευρώνω για το κέρασμα
να ʽχω να δίνω ένα λουκούμι σε καφέ παρηγοριάς
να σιγοντάρω το επιφώνημα που συνέχεια καταπίνω.
Ξεχνούσα να υστερογράφω τόσα χρόνια:
Όταν σε πιάνουνε τα κλάματα δίχως λόγους προφανείς
και έχεις δάκρυα μαύρα ανταλλακτικά μελάνης
σημείωσε τι θα μου πεις στο περιθώριο και έπειτα
σβήσʼ το ασυζητητί.
Μη μπεις στον κόπο γιατί τη γεύση που έχασα
καμιά νηστεία δεν θα την ξυπνήσει

2)Ο τοίχος

ξέφευγαν σκέψεις απ’ τις γωνίες της φωτογραφίας σου.
Αφήνανε πατημασιές καρφιά στον τοίχο.
Στιγμιαία μου ‘ρχόταν να κρεμάω ότι θυμόμουν από εσένα.
Έκλωθα για ώρες στις κουβέντες σταυροβελονιές
μια πετονιά στα χρεωμένα μου βαρίδια περασμένη.
Άλλοτε πάλι, κόμπο κόμπο, καρφί καρφί,
ένωνα σχέδιο ακρίβειας μαθηματικής
έτσι που έμοιαζε με ένα ίσο που όλο σπρώχνει ένα μεγαλύτερο.
Κι αν ήσουν περισσότερη κι πώς να λιγοστέψεις μέχρι κάτω ως την ισότητα;
Η’ μήπως ήταν βέλος;
Η κόγχη μία μου σκάλιζε το χέρσο στήθος
μία που φαινόταν πινακίδα δρόμου που έδειχνε προς την πόρτα.
Ο τοίχος στέκεται πότε σκληρός φρουρός και άλλοτε τροχονόμος,

3)Ο γείτονας

θέλει την τέχνη παρδαλή και ανεύθυνη γιατί οχτώ και βάλε ώρες
του ‘ρχεται να κοιτάει το θάνατο στα μάτια των πραγμάτων.
Με σάλτα ανήθικα να βγαίνει απο σκακιέρες
να εμφανίζει οξεία δυσλεξία όταν του λεν’ πως έχασε την παρτίδα
στην τηλεόραση μπροστά ο πρώτος τσαμπουκάς.
και όλο να αλλάζει μπαταρίες στα όργανά του
και όλο αλαλάζει ήρωας τιμωρός βαριά οπλισμένος
με ένα τηλεκοντρόλ σε ζελατίνα προστασίας, καραμπίνα
Άριστα εκπαιδευμένος αξιωματικός,
διαβάζει διαγώνια μαύρα κουτιά σε κάθε τραγωδία.
Τα βράδια κρυφακούν καμπόσοι τα ημερολόγια του
που έχει κρατούμενη μια συμμιγή ζωή σε χρόνια, μήνες και στιγμές
μα περισσότερο ένοχα περιθώρια σελίδων αδειανών.
Θα τα φυλάξει μέχρι την τελευταία ρανίδα του αίματός του
Συνέχεια καταριέται ο κερατάς
δέκα γενιές νεκρές και αγέννητες άλλες τόσες
με αμήν ένα «μαζέψου σπίτι ρε κωλόπαιδο!»
και όλο υπονοούμενα για το τι έχει για να γίνει,
όλο υπονοούμενα ανείπωτα.


4)Επαναστατημένοι.

Ζυγώνουν καθρέφτες επαναστατημένοι, φίμωτρα δώρα φέροντες.
Στα δέντρα γύρω απ’ τη Πνύκα ήθελα να δένω ομφάλιους λώρους.
Να αμολάνʼ καλούμπα μόνο οι εαυτούληδες.
Μέχρι το Σούνιο χαρταετοί
και να ψαρεύουνε στον άνεμο τραγούδια απ’ τη Μακρόνησο.
Στο ίδιο βιολί με τη σειρά τους να τα μάθουν
δύο μπολσεβίκες μπαλαρίνες μειοψηφούσες στην παρέα
και όταν θα τις αλλάζουν τον αδόξαστο γομάρια έφηβοι τριαντάρηδες
όλο να απλώνουνε τα χέρια γεωμετρικά από την καύλα
να κρύβονται όλοι σ τη σκιά τους και να τους βάφουν με τα δάκτυλα στη φτέρνα κόκκινα σημάδια,
ονόματα βαφτιστικά γεμάτα αρχαίες αδυναμίες να τους δίνουν.
Οχτώ φορές να τους πατάνε στα μηλίγγια
απ’ τις εννιά του μέτρου της βαρύτητας
που δεν μαθαίνεται ποτέ απʼ τον πατέρα.
Και στην ενάτη συμφωνία να τινάζονται ελατήρια ως τον ήλιο
και με τσιμπούσι να χαιρετίζουν όταν τύχει τον νταλκά
σαν τον Ουλιάνωφ.
Να μη συνοφρυώνονται για κανένα πια.
Με δύο στιχάκια του Ομήρου για το θάνατο
να περπατάν τον Γολγοθά εθελούσια εσταυρωμένοι,
ξώφτερνοι και ποντάροντας στο θάνατο.
Επαναστατημένοι φίμωτρα δώρα φέρτε.
Όλη τη νύχτα αλυχτάν στα όνειρα τους οι γειτόνοι
Όταν νυχτώσει η ανατολή και λαμπαδιάσει η δύση
θα μας χαλάσουν τη γιορτή όσοι δεν θα έρθουν.
Φίμωτρο δώρο φέρτε και μη σας νοιάζει,
τα σκυλιά θα βρούνε μόνα τους τυφλούς να οδηγούν και τότε.


5)το μερίδιο της προίκας

Και ο ξένος κόσμος λογαριάζει το μερίδιο της προίκας από τη μοναξιά
Υποψήφια νύφη ζοχαδιασμένη καντήλια κατεβάζει στο ρολόι.
Ρολόι σταματημένο – μοίρα μας
δύο φορές τη μέρα πέφτεις μέσα.
Αν τύχει και μας ξημερώσεις
δικάζεις μάτια πηγάδια αδειανά και όποια μαρμαρυγή
με όση καταπιούν σκιά ως το μεσημέρι
μας μηδενίζεις αναμάρτητοι και αταξικοί να φύγουμε.
Άχρονοι υπήρχαμε πάντα μέσα στον καθρέφτη,
Ξένοι υπήρξαμε πίσω του.
Ξωπίσω σου ζητάμε ένα όνομα και τι καιρό θα φέρεις.
Σε ένα μαντήλι λέξεις αποχαιρετισμού να μας ξαπλώσεις.
Και όταν φουσκώνουνε οι τσέπες από τα κέρματα,
Ξερίζωσε τα χέρια για δαδιά – φτηνό προσάναμμα
Και με το ένα και με το δύο στο τρία πυρ
λιώσε μαζί μες στο καμίνι βρέξε μέταλλο βροχή, ιδέες νέες
να γίνονται τα λόγια μας αέρια ευγενή για τον ποδόγυρο.
Μονάχα φύλαγε ένα του βαρκάρη
μη συσσιφίζουμε στο τζάμπα έστω και αν είναι τάμα να καούμε.
Γιατί η γλώσσα που έχουμε έζησε εκεί που ζούμε
γιατί η γλώσσα που έχουμε μετοίκισε στα πόδια
Ακόμα και όταν στριμώχνεται πάνω απʼ τους πεθαμένους να ξαπλώσει
Ακόμη και τότε υποφέρουμε τα μακάβρια χωρατά της
Κάνουμε την ανάγκη γέλιο να ξεπερνάμε ασυνέχειες.
Επάνω στα ντουβάρια της χαράζουμε τα χρόνια
Και όλα τα σχέδια ριφιφί που έχουμε ανάγκη.


6)Για μια γυναίκα πόλη.

Ζει με μια άλογη τύψη αορίστου χρόνου.
Ξοδεύει λίγες προσευχές στη φετινή σοδειά.
Να ‘χει το λίγο να περνά
ίσα που να γελά εκεί που παίρνει.
Βράδυ, στου αυλού τα χείλη απλώνεται σαν βλέννα.
Μέρα τη μέρα σαπίζει το δόντι του ενστίκτου της.
Πια δεν δαγκώνει μόνο γλύφει.
Στο χάραμα κρατά ρυθμό ροχαλητού
Στο χέρσο οργωμένο της λαρύγγι φυτρώνουν έρωτες ξεροί.
Να σπέρνει μια το θάνατο με τη γιορτή του μόνου
μια να θερίζει υψίπεδα φτωχά -κρυφά- της μνήμης.
Και εσύ Καρούζε,
κάτω απ’ το ηφαίστειο στήθος της νυχθημερόν μουγκρίζεις.
Για να τραβά το κλάμα σου να στάζει προς τα μέσα
να λούζεται μια ανάμνηση,
γυμνή γυναίκα μόνη.

Λάμπρος Α. ( Αλεξιού ), γεννηθείς το 81 , ιδιωτικός υπάλληλος.