Του Βουνού

Ω εσύ Πάικο
όρος ανάποδο
δίχως φεγγάρια
δίχως φως

Ω Πάικον όρος
με την κορφή σου κάτω
στα τρεις χιλιάδες πόδια
βαθιά μέσα στη θάλασσα

σε μια ζώνη που τη λεν
αβυσσοπελαγική
σʼ ένα μέρος
που άνθρωπος δε ζει

ζουν μόνο κάτι όντα
παράξενα, γλυκά
δίχως μάτια
με διάφανο κεφάλι

θα ζήσω κι εγώ
θα μάθω να ζω
δίχως φεγγάρια
δίχως φως

δίχως αέρα
θα ζήσω νεκρός
μα μακριά
απʼ των ανθρώπων το κακό

Ω ανάποδο Πάικο
μακάριο βουνό
τρεις χιλιάδες πόδια
απʼ τʼ ανθρώπου το κακό

αν μόνο μπορούσα
τα ρούχα μου θα έσκιζα
τα γόνατα θα μάτωνα
στʼ αγκάθια των πλαγιών σου

Oι πίνακές μου

Οι πίνακές μου ξέβαψαν ξεθώριασαν
οι πίνακές μου γέμισαν γυναίκες
Στο κέντρο θάλασσα και μέσα στα νερά
ένα μικρό παιδί βυθίζεται παλεύει
καθώς το πελώριο κήτος δίπλα του
απομένει ακίνητο να το κοιτά
που πνίγεται αβοήθητο

Οι πίνακές μου παριστάνουν
άλλοτε αγίους κι άλλοτε ποιητές
Στους πίνακές μου οι άγιοι προσεύχονται
οι ποιητές σκέφτονται πάντα ποιήματα
Είναι φορές όμως που μπερδεύομαι
ζωγραφίζω τους ποιητές να προσεύχονται
τους αγίους να σκέφτονται ποιήματα

Στους πίνακές μου στο εξής
βοσκός σκληρός θα εικονίζομαι
θα κρατώ αλάνθαστα μαχαίρια
κι αχός θα βγαίνει καθώς με σηκωμένα
μανίκια πλημμυρισμένος μʼ αίματα
της καρδιάς μου θα διαχωρίζω
τα πρόβατα από τα ερίφια

Τους πίνακες μου δε θα τους αφήσω
όσο μπορώ θα τους φροντίσω
γιατί είναι πίνακες ευαίσθητοι
στη ζέστη στο κρύο στον πόνο
Οι πίνακές μου λέρωσαν
ξέβαψαν ξεθώριασαν
οι πίνακές μου γέμισαν γυναίκες

Mέρη του Λόγου

Για σένα θα μιλήσω που λές
καλός μα από ποιον καλύτερος
κι αν πούμε μέγας από ποιον μεγαλύτερος
έμπορος είσαι λίθων τιμίων
-πού τα βρήκες;-
διαμάντια σπάνια ρουμπίνια χρυσάφια
στα χέρια σου στα πόδια σου μέσα στο στόμα
πού να σταθώ και τι να πει κανείς για σένα
που να πουλάς και να εξαγοράζεις μπορείς
το θάνατο κάθε σου μέρα

Ποιος μπορεί όμως να κρίνει
ποιο όνομα ζυγίζει πιο βαριά
Και ποιος μπορεί να διακρίνει
Αυτό που για μένα πέτρα είναι
και στην πλάτη μπορεί να σηκωθεί
για σένα καρδιά που απομένει πιο σκληρή
λίρα χρυσή για σένα
για μένα λύρα που παραληρεί
ή βέλος εμπρόθετο
που και τους δυο μας σημαδεύει

Παράξενη και δύσκολη γραμματική
πάθη γεμάτη φθόγγων κι εξαιρέσεις
μʼ ένα επιφώνημα σκηνή δραματική
ως τʼ ανοιχτού ουρανού τις συναιρέσεις

Στοιχεία Καταγωγής

Δεν ήταν απʼ τη Μυτιλήνη
ο Θεόφιλος
ο γιος του τσαγκάρη
ο άρρωστος σακάτης
που πέθαινε κάθε ώρα και λεπτό
Όταν οι γειτόνισσες μʼ επιμέλεια
σκούπιζαν τους δρόμους
κι οι βάρδοι στις πλατείες επαναστατούσαν
εκείνος αρνιόταν
τον εαυτό του πρώτα απαρνιόταν
και έθετε ζητήματα απαρχής
Πώς αλλιώς να εξηγήσω
πως στις ζωγραφιές του
δεν είχε θέση η αρρώστια κι ο θάνατος
το δικό μου και το δικό σου
τα πονηρά αυτά λόγια
τα είχε τελείως εξορίσει

Υπάρχουν όμως κι οι ζωγραφιές
που ποτέ του δε ζωγράφισε
έργα που μες στις αυλακιές
απόμειναν του νου του
ο Θεόφιλος ελεεινό νήπιο
παράνους γέρος νέος άστατος
ο Θεόφιλος παντρεμένος κι απάντρευτος
και με παιδιά και δίχως
και φτωχός και πλούσιος
από τους δαίμονες πάντα κυνηγημένος
με τη γελοία του στολή
τα πάθη να καλύπτει των ανθρώπων

Όχι δεν ήταν απʼ τη Μυτιλήνη
ο Θεόφιλος ο γιος του τσαγκάρη
πρώτου βαθμού συγγενής μου στο θάνατο
απλά εκεί διασκέδασε για λίγο
πριν πετάξει ψηλά
πέρα μακριά απʼ το βλάσφημο
το γέλιο των ανθρώπων
και την πικρή καταφρόνια

Χριστούγεννα

Κοιτάξτε εδώ κάτω
τʼ αφηνιασμένο άστρο
πώς ξέπεσε
στην κάθε γωνιά του
κι ένας σκληρός φρουρός

Κοιτάξτε ψηλά
πώς κλαίει το φεγγάρι
ένας ξεχασμένος αστροναύτης
στη σκοτεινή πλευρά του
αναβοσβήνει ένα φως

Ακούστε μέσα στη νύχτα
τα χτυπήματα
ένα βρέφος παίρνει μέτρα
καρφώνει πάτωμα
να μπορέσω να σταθώ

O Γιάννης Μυτιληναίος (λογοτεχνικό ψευδώνυμο), γεννημένος το 1980, έχει σπουδάσει Νομική και Θεολογία και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου σπουδών.
Δεν έχει δημοσιεύσει ποιήματα στο παρελθόν.