Η νεκρή οδός
Μάρτιος:΄Ενας απίστευτος μήνας
Ένα μαύρο παγώνι στις κόγχες των ματιών σου
και μια θάλασσα, όπως η άμμος μες στο κοχύλι…
Μαύρο παγώνι και τʼ άδειο σώμα
καμωμένο με τη βροχή και μουσική
κι ήσουν εκεί, με τον άνεμο και τον ήλιο
κι ήμουν εκεί, μαζύ σου…
*
Η κηδεία
Σώμα γυμνό και διάφανο μες στο σεντόνι,
πανάκριβα τ΄αρώματα και τα λουλούδια φερμένα
«καπου τρεις ώρες» έλεγε και ξανάλεγε,
«κάπου τρεις ώρες».
Τα λουλούδια μαραίνονταν
κ άρχισε να μυρίζει λιβάνι κι ανθόνερο.
«Πολλάς δʼ ιφθίμους ψυχάς»
Ω, πώς αργούσε η βροχή κι ήταν αιτία
η ταφή ν’ αναβληθεί, «κάπου τρεις ώρες».
Αρώματα, λουλούδια και φύλλα φοινικιάς,
τρεις ώρες μέσα στη βροχή –επί τέλους-
μα δεν ήρθε κανείς…
*
Μια κυρία με αξιοπρέπεια.
Όταν χάθηκε το τελευταίο δάκρυ
πίσω απʼ τη θάλασσα,
είχα στα μάτια μου ταʼ ασφοδίλια και τον άνεμο
κι έμεινα μόνος, έτσι, μέχρι τη νύχτα…
Τα σπίτια μύριζαν ιώδιο και λιβάνι,
αρώματα φτηνά και ιδρώτα μύριζαν
τα κρεββάτια τους,
οι άντρες ήταν όρθιοι, με φουσκωμένες φλέβες
κι είχανε την πανσέληνο και τη νύχτα στα σπλάχνα τους…
…..Και τʼ άλογα που θα σʼ έπαιρναν σʼ ένα λυδικό τοπίο,
οι ναύτες που σε σήκωσαν στα χέρια
και δεν είδες τίποτα,
ούτε τον ήλιο και τη μουσική που σκότωσαν τα χέρια σου
τίποτα,
Τίποτα δεν έμαθες, μέχρι την ώρα της πληρωμής….
*
Διαπίστωση
Γιατί στο βάθος δεν έμεινε κανείς με την επιθυμία
νομίζοντας την τρέλα πιο σκληρή απ΄ τη μνήμη,
την απειλή τους πιο απρόσιτη απ΄ το φόβο
κι είπαμε πως αυτό εινʼ ο φόβος
κι όχι το άδειο πιάτο,
ή ο αστυφύλακας κάτω απ΄ τ΄ αγάλματα….
Εκεί να περιμένεις. Εκεί που ο φόβος
ξαναγυρίζει τη φωνή στη φλέβα του ίσκιου,
όταν το σώμα σου θα πάρει
το λίκνισμα της τρέλλας
πάνω στο άδειο κρεββάτι.
*
Συνοικισμός
Αυτός
την είχε ονομάσει πουλί της μουσικής,
αυτή,
αίμα της πέτρας…
Μόνο την ώρα που το ψιθύρισε άκουσε το χτύπημα,
τη στιγμή που του το είπε,
ανάμεσα σε δυο μικρές κραυγές
ανάμεσα σʼ ένα μαχαίρι και μιαν Απόφαση-
πριν τους δοξάσουν τα ποιήματα
Και γίνουνε σίγουροι στόχοι…
Κι η πόρτα πάλι ξαναχτύπησε…
Κι όταν τον είδε που έφευγε, ακόμη δεν καταλάβαινε
τι είναι να ετοιμάζεται κανείς
από αιώνες
και να ξεχνάει τα χρόνια του στο κορμί του άλλου….
*
Η δεσποινίς Νόρμα και το τέρας
Δεν ήτανε τόσο η λύπη για το θάνατο
όσο η λύπη για τη συνήθεια του θανάτου
και κάτι άλλα μικροπράγματα που σε τρομάζουν
και κάτι άλλα που πιο πολύ σε κάνουν να θυμάσαι
παρά να τα επιθυμείς.
Δεν είναι τόσο η λύπη που σε χάσαμε
όσο η λύπη πως δεν πρόλαβες να μας γνωρίσεις
και κάτι ακόμα,
ο φόβος
να μη σε ξαναβρούμε στην προδοσία του φίλου,
σε μέρες που δεν θα ʽχεις το κουράγιο νʼ αντιστέκεσαι,
πίσω απ΄ τη βροχή να υποδύεσαι τον έρωτα,
πίσω απ΄ τη λύπη των ματιών σου
να υποδύεσαι τη μουσική,-
Γ ι ‘ α υ τό…
*
Λίγο πριν
ΑΓΓ Ε.
Κι ύστερα τίποτα δεν μας ξάφνιαζε
παρά μονάχα ό,τι μας γύριζε πίσω,
εκεί που αρχίζεις και μαθαίνεις τα πράγματα ψηλαφώντας
-ολοένα πιο λίγοι, ολοένα πιο μόνοι-
εκεί που τελειώνει μια εγκατάλειψη
και περιμένεις την συκοφαντία-
-βρήκαμε τη νέα Δικαιοσύνη
-πέρʼ από τον μύθο των Συμπληγάδων
Όλη τη νύχτα βλέπαμε στον ύπνο μας τα πέδιλα
του Ιάσονα και τη στάχτη μέσα στο αίμα
και τον φόβο μέσα στο αίμα,
ακολουθώντας την καμπύλη του μαχαιριού μέχρι το κόκκαλο,
(Λίγο πριν απ΄ την απόφαση του Συνεδρίου….)
Ευχαριστούμε πολύ τον ποιητή για την παραχώρηση του αρχείου του.










Απόσπασμα απο συνέντευξη
του Μάνο Ελευθερίου στον Χρήστος Α. Μιχαήλ
για το Musicheaven:
Το πρώτο σας βιβλίο, το 1962, ήταν η ποιητική συλλογή «Συνοικισμός». Ως νέος, δυσκολευτήκατε να μπείτε στα γράμματα;
Μόλις είχα τελειώσει το στρατό, ετών είκοσι τεσσάρων. Ήταν μια ιδιωτική έκδοση. Με είχε στείλει μια κυρία σε έναν γνωστό της τυπογράφο, του πήγα τα χειρόγραφα και τυπώθηκε το βιβλίο. Είχε πολλά λάθη μέσα, δεν ήξερα και τίποτα, δεν φανταζόμουν ότι έπρεπε να κάνεις διορθώσεις πριν βγει το σύνολο των αντιτύπων. Το είχα στείλει σε ορισμένους ανθρώπους του χώρου και έκτοτε αγνοείται η τύχη του.
Δεν σας έμειναν αντίτυπα;
Έχω κρατήσει μονάχα ένα. Τώρα που τα ξαναδιαβάζω διαπιστώνω ότι κάποια από εκείνα τα ποιήματα είναι πολύ καλύτερα από αυτά που γράφω τώρα. Ίσως κάποια στιγμή να ασχοληθώ και να σώσω μερικά από αυτά. Θυμάμαι ότι είχε ένα άθλιο εξώφυλλο. Είχα ζητήσει να μπει μια εικόνα, μια πατούσα αν δεν κάνω λάθος, σε μέγεθος ενός κουτιού σπίρτων και ο τυπογράφος το άπλωσε σε όλο το εξώφυλλο. Μόλις το είδα έφριξα, κόντεψα να πεθάνω.
……………………………………………
Επιτέλους διαβάζω κάτι απο το «Συνοικισμός»
Σας ευχαριστώ!
Ελπίζω να είναι γερός για πολλά χρόνια ακόμα,
τον χρειαζόμαστε.
Αχ που σαι νιότη που δειχνες πως θα γινόταν άλλος… Πραγματικά δείχνει ότι θα μπορούσε να εξελιχθεί σε αξιόλογο ποιητή, αλλά δυστυχώς η συνέχεια έδειξε τον εγκλωβισμό του σε ένα νοσηρό ρομαντισμό και σε έναν περιπαθή ναρκισισμό και σε διαρκή πόζα που έμεινε στο στυλ και δεν κατέκτησε την ουσία.
Έχει γράψει όμως μερικά εξαιρετικά και πολύ γοητευτικά τραγούδια
Στον Μάνο Ελευθερίου
Μας δίδαξες, μας έταξες πνοή βασανισμένη,
γεμάτη λέξεις και γραφή με βάθος φορτωμένη.
Ποίηση με όνειρο, εικόνες στο μυαλό μας.
Οδήγησες τον κόσμο αυτό σε άλλο Μαραθώνα.
Η ποίηση είναι πόλεμος, αγώνας αμοιβαίος.
Με δάφνη, στάχτη και κεριά, ποτήρι κυκεώνα.
Σταλιά σταλιά σαν το επιείς στο μέλι βάζεις όρκο
και στη γραφή το αίμα σου, θηλιά στο Μοιρολόγο.
Μαλαματένια δάκρυα ποτίσανε τον κόσμο.
Τον κόσμο αυτόν της ποίησης, τον κουρασμένο λόγο.
Και άνοιξη ανθίσανε στων ποιητών τον κήπο,
γράμματα, λέξεις όμορφες, σαν χαραυγή στον ύπνο.
Ευχαριστώ το πνεύμα σου, το θαυμαστό σου έργο.
Έργο με τόνους μουσικούς, σε τόπους πεινασμένους
για αέρα, ήλιο δίκαιο με ήθος φορτωμένους.
Έγραψες για όλους μας σελίδες κλονισμένες,
σελίδες με χρυσή χροιά, στον σκόπελο του ήθους.
Και στην αγάπη έσκυψες, προσκύνησες τον πόθο.
Νίκος Τσίντρος
Παίδες σας χαιρετώ! Γιατί δεν επανεκδιδεται από το “Ποιείν” ή από τον “Μετρονόμο”;