Περίπτωση βροχής

Έπιασʼ η βροχή• την ακούω καθώς χτυπάει τα στόρια
στο μπαλκόνι της πίσω βεράντας• βγαίνω να την δω.

Ένʼ αυτοκίνητο, στη μέση του δρόμου,
μοιάζει με αυτόφωτο σκάφανδρο χωρίς επιβάτες.

Από κάπου μακριά ακούγονται φωνές κοριτσιών.
Τις βλέπω σε λίγο να πλησιάζουν• χέρια, ώμοι, κεφάλια βρεγμένα.

Βροχή, έπαψα να σʼ αγαπώ, μούσκεψες όλη μου τη νεότητα.
Μου άφησες μονάχα τον ήχο σου να μαλακώνει τις άγρυπνες νύχτες μου.


Επισκόπηση

Όλα τα όνειρα έγιναν εφιάλτες
όταν κουρδίστηκαν απʼ αυτή τη μηχανή.
Τώρα τα νύχια μας γαντζώνονται στο κενό.
Τα κόβουμε σχολαστικά για να μην πληγιάσουν το σύμπαν•
το σύμπαν που συνεχώς στενεύει.

Δεν λυπάμαι που δε φεύγω
κι ας έχουν, από καιρό, ανοίξει τα σύνορα.
Το δικό μου διαβατήριο έληξε προ πολλού.
Άλλα είναι πλέον τα ταξίδια που λαχταρώ.
Λυπάμαι όμως για ʼκείνον που δεν ονειρεύεται πια
κι έπαψε να χουζουρεύει με την ελπίδα.

Βίαιος και αργός θάνατος στριφογυρίζει τώρα στο κρεβάτι του.
Κι εύχεται να τελειώσει νωρίς, πριν τον προλάβει το τέλμα.
«Δε μπορεί να ανανεωθεί, σου λένε, η σύμβαση με την επιβίωση».
Έληξε κι αυτή μαζί με το διαβατήριό σου.

Θραύσματα

Ένα καβαλέτο με μια τάβλα
και πλάι του κάρβουνα με ακρυλικά χρώματα.
Βλέπω τη μικρή κουζίνα με το ασταθές πάτωμα
και τη μαντεμένια σόμπα πλάι στην πόρτα.
Τα μαυρισμένα νύχια μου,
με τη μυρωδιά απορρυπαντικού ανάμεσα στα δάχτυλα,
ξύνουν αδιάκοπα το γκρίζο φάσμα.
Πάνω στις ξύλινες βάσεις, με τα κόκκινα ριχτάρια,
διάσπαρτα γύψινα εκμαγεία• κεφάλια αρχαίων θεών.
Το φως υποχωρεί για λίγο κι έπειτα επαναστατεί.
Σκιές πού πρέπει να συλλάβω,
γεμίζουν τα χαρακτηριστικά των προσώπων.
Εκείνα, είτε θυμώνουν είτε χαμογελούν αινιγματικά,
μαζεύουν τη σκόνη από τα θραύσματα του χρόνου.
Αέναη θα ʼλεγες η παρουσία αυτών των εικόνων
πού γεμίζουν τον πίνακα της ζωής μου.
Όμως, όπως κάθε τι ζωντανό,
θα θαφτούν κι αυτές κάτω από νέες
καλές, κακές, απροσδιόριστες,
άτεχνες και τεχνικές πινελιές.

Λύτρωση

Χθες βράδυ δεν κοιμήθηκε καθόλου.
Είχε καθίσει στο κρεβάτι ανακούρκουδα
αφήνοντας μικρά όνειρα να χρυσώνουν το κεφάλι του.

Χθες βράδυ έγινε η ζωή του μια χαραμάδα,
μια φωτεινή γραμμή κάτω από την πόρτα του δωματίου
-δηλωτική της αγρύπνιας του.

Μια σκέψη τον τραβούσε,
δεν έβλεπε τίποτα πέρα απʼ αυτή.
Κι έμεινε βουβός όλο το βράδυ νʼ ακούει μια φωνή,
μια φωνή που του ʼκλεψε κάποτε τον αέρα απʼ το στήθος.

Κατά το ξημέρωμα βάλθηκε να γράφει.
Κι έσπρωξε πάνω στο χαρτί, λέξεις πέτρινες,
που ʼσπαζαν σιγά σιγά από την αιχμαλωσία τους.

Όταν τέλειωσε και είδε τις μουτζουρωμένες σελίδες
-έμεινε μετέωρος πάνω απʼ τα «χαλάσματα».
Τότε ήταν που κατάλαβε περισσότερα!

Παρατηρώντας την πτώση

Πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για την αποτυχία•
οι ελεύθερες πτώσεις μέσα στο αστικό παράδοξο
πληθαίνουν τελευταία.

Το κλάμα έγινε της μόδας τον τελευταίο καιρό•
το ίδιο και η απόγνωση.
Η ανεργία είναι ένα βήμα πριν από την τρέλα.

Πρέπει να είσαι προετοιμασμένος για όλα.
Πέφτει με μεγάλη ταχύτητα, έρχεται προς τα σένα.
Όχι, δεν είναι κάποιο αντικείμενο,
ούτε μια πολυκαιρισμένη ιδέα.

Είμαι εγώ, είσαι εσύ, είμαστε όλοι εμείς
πού παρατηρούμε την πτώση μας
λίγο πριν ξυπνήσουμε από το δικό μας ροχαλητό.