Πλατεία

Οι ευχές, σαν αγαπούν,
Ξεμυτίζουν στους δρόμους
Με ξυλοπόδαρα κι αστεία καπέλα,
Κερνούν τον κόσμο ζαχαρωτά,
Ανοίγουν περάσματα και σκαριφήζουν.
Καμιά φορά τριγυρνούν ως συστολές
Στις κεντρικές πλατείες.
Άλλοτε πάλι ίπτανται στα χαμηλά πεζοδρόμια.

Αποδοχή

Καθυστερημένες οφειλές.
Στις δειλές παρθένες
Απαντώ με ψιθύρους.
Ό,τι χρεωστώ θα το πληρώσω
Δέχομαι.
H αποδοχή μου αυτή
μοιάζει κάπως σαν τέλος.

Ποίηση

Πελεκώ τα γράμματα
Κρασί νάμα να φτιάξω
Τι μου συνταίριασες Θεέ μου
Ακούραστος μάστορας
Να παλεύω
Μ΄ένα κομμάτι σίδερο στα μάτια
Αχ αγάπες μου που ποτέ δε φύγατε
Ταξίδι
Ποτέ δεν σας έδιωξα από κοντά μου
Από ευγνωμοσύνη.

Σημείο αναφοράς Ι

Μια πλατεία σφύζουσα
Με πολλαπλά σημεία
συμπεριφερόμενα
Ή απλώς συν τω ηλίω
Χυμένες ψυχές και σώματα
Σε δεκτικά παγκάκια.

Σημείο αναφοράς ΙΙ

Το χωράφι ανοίγει δρόμο
πράσινο
με σκούρο ελιάς
δεξιά η θάλασσα
τα σχίνα χαιρετούν
η γη ανοίγει.

Σημείο αναφοράς ΙΙΙ

Η απαλή αύρα του Μάρτη
με γαργαλάει
με ήχους πρώιμους
και παιχνιδίσματα.

Μνήμη ραδιοφώνου

Βάφει παράθυρα.
Πόση απόσταση έχει να διανύσει το όνειρο ενός Πάλομαρ
που μετρά τα κύματα μέσα από την κοιλιά ενός σαμιαμιδιού.

Ικαρία

Η υποταγή του χρυσόμαλλου ζώου
Που αλυχτά τις νύχτες σα εγκαταλελειμένο σκυλί
Απ΄το σύντροφό του .
Προς τί ο παλαιός ικαριώτικος σκοπός άντυτος
Που άκουσα μια νύχτα και χόρεψα κρυφά;
Στόχος ζωής η άδολη θέαση ενός χορού
Ο άξιος χωρισμός της αγάπης
Η εκμηδένιση του ύφους
Η αποκάλυψη του αληθινού
Η ακαριαία αποδοχή του.
Πόσοι χάθηκαν απ΄ το χτύπημα ενός κεραυνού εν αιθρία
Καθώς ενατένιζαν το τίποτα.
Ελεήμων τίποτα πόσα σου χρωστώ .
Ολάκερη την ύπαρξή μου που χώρεσε σ΄ένα τοξωτό παράθυρο
Έναντι του δυόμενου .
Αγαπημένο τίποτε που πάντοτε ήσουν ο συντροφικός μου φίλος στα σπουδαία τεκμήρια των λογοπλαστών και αφερέγγυων δανειστών της ζωής μου.
Και τώρα με κόκκινο νάμα θωπεύω τη μνήμη μου
Και τη συνοδηγώ
Στα ατελεύτητα.
Στον κόκκο που αυγατίζει τον αιφνίδιο έρωτα της ζωής.