Η πέτρινη ψυχή της μοναξιάς

Ξέχασες για μια στιγμή
στης θάλασσας τη ράχη,
τα όνειρα μικρού παιδιού,
τα όνειρα της στάχτης.

Όλα εκείνα ξέχασες
που σʼ έκαναν, μονάχη
να περπατάς στο μαρασμό,
στης θάλασσας τη στάχτη.

Μόνο για κείνα έπλεξες
τα μαύρα ετούτα άστρα.
Κέντημα ολόχρυσο, φωλιά,
στης μοναξιάς την αύρα.

Στις πέτρες ξέχασες φωτιά,
φωνή εχάραξες βαθιά,
στα δέντρα και στη σκόνη.

Στο χώμα έριξες μορφή.
κίτρινο χρώμα κρίνου
και βάπτισες τη μοναξιά,
στα δάκρυα του ύπνου.

Εκεί λησμόνησες πνοή,
το φως το μαγεμένο,
που η καρδιά σε οδηγεί
σε δρόμο χαραγμένο.

Σε δρόμο καταγάλανο,
με πράσινους ανέμους,
που δίνει ανάσα φωτεινή
σε ρημαγμένους νόμους.

Ξύπνα λοιπόν και μη σκεφτείς.

Καλύτερα εδώ νεκρή
στα όνειρα θαμμένη,
παρά στο κόσμο μοναχή
και πάντα μαραμένη.
……………………………………


Μάνα δώσʼ μου συμβουλή

Μάνα, δώσʼ μου συμβουλή,
πες μου τι να κάνω.
Σαν χτυπώ το χέρι μου,
άσπρη σηκώνω σκόνη.
Τα μάτια μου θολώνουνε
και το κορμί μου φλέγεται
στου πυρετού το δίκιο.
Η φωνή μου γίνεται καπνός,
ο κόσμος δεν μ ακούει.
Οι νόμοι είναι επαρκείς
το όνομα να θάψουν
και το πνεύμα στη γωνιά
να αφήσουν να στερέψει.
Να δώσουν στη φωτιά νερό
και στο πηγάδι αίμα.

Μάνα, δώσʼ μου συμβουλή
τον κόσμο πώς νʼ αλλάξω.
Οι πόλεις είναι βιαστικές,
τα σπίτια ζαρωμένα.
Ο άνθρωπος είναι πια σαθρός,
δεν ξέρει την ουσία.

Μάνα, δώσʼ μου συμβουλή.
Αξίζει να πεθάνω;
Αξίζει εσύ με δάκρυα
να έρχεσαι στο μνήμα;
Λουλούδια να υπόσχεσαι
και άνοιξης τραγούδια,
στον ανθρώπινο βωμό,
σαν χάσω
την πνοή, τη σάρκα μου,
για τούτους τους ανθρώπους;

Σπλάχνο μου μονάκριβο,
γιε του κόσμου όλου,
αν η καρδιά σου δε βαστά
να βλέπεις τους ανθρώπους,
ντυμένους μες στα όνειρα
και στην κρυφή ελπίδα,
δώσʼ τους πρώτα το λόγο σου,
μοιράσου τα όνειρα σου,
δώσʼ τους να πιούν από το νερό
της γνώσης και του θάρρους.
Κι έπειτα γιε μου, ησύχασε.
Ο κόσμος θα αλλάξει.
………………………………………..
Μια σπιθαμή ελπίδα

Όλη τη νύχτα πέρασα
κοιτώντας το φεγγάρι.
Γεμίζοντας τα μάτια μου
με μαύρο κεχριμπάρι.

Όλη τη νύχτα πέρασα
ζητώντας ένα αστέρι,
στα πόδια μου να πέσει ζωντανό,
να υποταγεί στʼ αγέρι.

Φως να δώσει στο γιαλό,
λάμψη γαλάζια
στο νερό,
στης θάλασσας τʼ αλάτι.

Να αλλάξει χρώμα ο ουρανός,
να μοιάζει με χρυσάφι,
με μεταξένιο άρωμα,
χρυσό μαργαριτάρι.

Να μαγευτούν τα μάτια μου
κοιτώντας το φεγγάρι,
τον πόνο που με νέκρωσε,
μακριά μου να τον πάρει.

Στα χείλη μου χαμόγελο
χρόνια έχω να ζήσω.
Σαν είδα άνθρωπο γυμνό
νʼ αναστενάζει τρόμο.

Σαν είδα αίμα στα βουνά,
αίμα μέσα στο χιόνι,
του ανθρώπου σπαραγμό
στο μαρμαρένιο αλώνι.

Τα μάτια μου πνιγήκανε
καρδιά μου μες το μαύρο,
τα όνειρα στραφήκανε
σε ψεύτικα αλώνια.

Σε τόπους πράσινους, χωρίς
τους μάταιους πολέμους.
Σε τόπους κόκκινους, χωρίς
το αίμα του ανθρώπου.

Βοήθα με αστέρι φωτεινό,
δώσε σε με ελπίδα.
Δώσε σε με μια σπιθαμή,
μια σπιθαμή ελπίδα.
………………………………….
Υποταγή Ανθρώπου

Η φύση, όλα τα στοιχειά,
τα θεία, του προστάζουν.
Λύσσα Θεού η προσταγή,
κατάρα στο κορμί του.

Προστάτης του Δία ο νεκρός
και του νερού ο ήλιος.
Προστάτης της νύχτας ο Θεός
και της ψυχής ο φθόνος

Προστάζει τʼ άστρα ο ουρανός,
προστάζει τον αέρα.
Προστάτης να γίνει ο βυθός,
του άμορφου αιθέρα

Προστάζει τʼ άνθη η θάλασσα,
να προσκυνούν το χώμα.
Να προσκυνούν ευλαβικά
το άοσμο το χρώμα.

Προστάζουν και τα σύννεφα,
προστάζουν και τα όρνια.
Προστάτης να γίνει ο χάροντας,
να κυβερνά αιώνια

Να κυβερνά με τους νεκρούς,
τʼ ανθισμένα κρίνα,
τʼ άνθη της αμυγδαλιάς,
τʼ άνθη της αλήθειας.

Πρόσταξε Άδη γέροντα,
πρόσταξε γιε του ήλιου.
Προστάξτε άστρα του ουρανού,
αέρα και ποτάμια

Πρόσταξε εσύ με τα φτερά
που έχεις για ψυχή σου,
το μαύρο εκείνο όνειρο,
φαρμάκι στην πνοή σου.

Δεν υποτάσσεται ο άνθρωπος
σε χώμα και σε θεία.
Κρατά τα μάτια του κλειστά,
στα μαύρα τα τοπία.

Το ξέρει πως τα μάτια του,
θέλουν να αλλάξουν.
Θέλουν να βλέπουν μόνο φως,
και τόπους ανθισμένους.

Ο άνθρωπος δίνει υποταγή,
μόνο σε αυτόν που μοιάζει.
Που ʽχει ανθρώπινη μορφή
Του εαυτού του προβολή
σε σάρκα και σε πόθο.
………………………………………
Το ραβδί

Οι φλέβες μου, σου το ʼχα πει,
δεν κουβαλάνε αίμα.
Τα μάτια μου, σου το ʽχα πει,
δε βλέπουνε τον ήλιο.
Μα εσύ, να μʼ αγκαλιάσεις ήθελες,
την πίκρα να μου διώξεις.
Να δώσεις χρώμα και νερό
στα λαβωμένα χέρια.

Κι όμως, εγώ σου το ʽχα πει,
πως άγγιγμα δεν έχω.
Έχω μονάχα ένα ραβδί
να διώχνω τους ανθρώπους.

Μα εσύ, να μʼ αγκαλιάσεις ήθελες,
να σπάσεις το ραβδί μου.
Να δώσεις στην πλάτη μου φτερά
ζωή να μου χαρίσεις
και το φως του φεγγαριού,
γλυκά να το εσβήσεις.

Κι όμως, εγώ σου το ʽχα πει,
πως δύναμη δεν έχω.
Η πλάτη μου γέρικη, νεκρή
τα χέρια δε σηκώνει.
Πώς; Να σʼ αγκαλιάσω, πώς;
Να σʼ αγαπήσω, πες μου!

Μα εσύ μʼ αγκάλιασες σφιχτά
με τα γλυκά σου μάτια,
στα χέρια σου έβαλες κραυγή
την έσβησες στο χώμα.

Κι όμως εγώ σου το ʽχα πει
πως εύκολο δεν είναι.
Μα εσύ μʼ αγκάλιασες ξανά,
μου έκλεισες το στόμα.
…………………………………………
Της σάρκας αρωγοί

Πως γίνεται σε μια βραδιά
τʼ αστέρια να συνάξουν
τις σκοτεινιές, με μια πνοή
στα σύννεφα να σκάψουν.

Νερό να βρουν στα δάκρυα
μαχαίρι στο σταυρό τους.
Λιπόψυχα να ομολογούν
καρτέρι στο βωμό τους.

Πως γίνεται σε μια βραδιά
οι άγγελοι να κλαίνε;
Να ʽχουν μπουχτίσει το γιατί
Να ʽχουν κατάρτι μαύρο.

Πως γίνεται να σου χουν πει
ο θάνατος, ο πόνος,
ζωής ανάσα αναπολούν
της ψεύτικης αλήθειας.

Στο χώμα είναι οι ζωντανοί,
στα σύννεφα πεθαίνουν.
Όλοι εδώ βρισκόμαστε
στα σύρματα μπλεγμένοι.

Της σάρκας ανέμελοι αρωγοί
της μαύρης κοινωνίας.