ΑΝΩΝΎΜΟΥ ΠΟΙΗΤΗ

Θα ‘θελα να δω τα μούτρα τους όταν
θα ‘ρθει ο Άγγελος, σωτήρας της μελαγχολίας
και θα τους βυθίσει στη λήθη, ενώ
εμένα κάτι απ’ την ουσία μου θα διαιωνίζεται,
μια ανοιξιάτικη μομφή των αστεριών,
το ανοίκειο όνομά μου, πάνω απ’ το έργο μου,
θα ‘χει εγγραφεί στις ψυχές των ανθρώπων.

Θα ‘θελα να δω τα μούτρα τους τότε,
να κάθομαι απο μια γωνιά να τους βλέπω,
εφήμερες νόρμες ταξινομημένες,
βαστάζοι του κάματου της αδικίας,
όταν το μόνο που θα μπορούν να κάνουν
είναι να παίζουν με τα παιδιά τους
και βλέποντας μέσα σ’ αυτά τον εαυτό τους
να δακρύζουν σαν σε καθρέφτη, ενώ
εγώ θα ‘χω ξεχάσει την τελευταία στιγμή
τα γράμματα και τη γραφή.


ΜΕΣΑ ΑΠ’ ΤΑ ΚΑΓΚΕΛΑ

Είμαι γυμνός και κρυώνω
στα άκρα, μπροστά
σε σένα.
Ήρθα για να μιλήσουμε αληθινά,
χωρίς άμυνες και παρωπίδες,
χωρίς πανοπλίες και κρυψώνες,
μέσα απ’ αυτά τα κάγκελα, έστω.

Βάζω τα εσώρουχα στα γρήγορα
ν’ αρχίσω να ζεσταίνομαι
και ν’ αποκτώ ταυτότητα
πλαστικοποιημένη.
Τ’ όνομά μου σχηματίζεται
μπροστά σου, και τώρα
βάζω παντελόνι και πουκάμισο
και παπούτσια, κι όλα αυτά
για να σου αποδείξω πως είμαι
μόνο εγώ, κι όχι κανένας άλλος.

Είμαι έτοιμος πια για ανθρωπιά,
για βαθιά ειλικρίνεια
μετά απο τόση γύμνια.
Βάζω σακάκι και γραβάτα και στέκομαι
ευθυτενής και σίγουρος,
τίμιος και αληθινός:
“Ευπειθώς αναφέρω!”

ΦΩΝΗ ΒΟΩΝΤΟΣ

Σκύλε, τί βλέπεις και γαβγίζεις μέσα στη σιωπή;
Βλέπεις τα δεσμά και διαμαρτύρεσαι;
Βλέπεις την άγνοια του απογεύματος που φέρνει τη νύχτα;
Δε σε χωράει το σπιτάκι σου, σκύλε,
όπως χωράει η σιωπή του ανθρώπου
την κραυγή του;

Ω Κύον, γιατί ανώφελα γαβγίζεις;
Να χαλάς τη μονοτονία της ερημιάς
είναι μάταιο, με τη χθόνια μουσική σου.
Σκύλε, οι άνθρωποι φοβούνται
την αόρατη υποψία σου.
Φοβούνται, μα δεν ξέρουν τί.
Θέλουν και φοβούνται το ίδιο πράγμα.