«Σπουδή στην Μοναξιά», Χρόνης Μπότσογλου

*

Τα πάντα είναι κλωστές
κρεμασμένες εδώ κι εκεί.
είναι μονάχα κατευθύνσεις
σωστές ή λανθασμένες.
καμμιά πρόνοια δεν εφαρμόζει
παρά σκιές ενδοκυτταρικές
χορεύουν δίχως σταματημό.
αν είσʼ εσύ, αν είμʼ εγώ
ποσώς ενδιαφέρει το σύμπαν.

*

Ο καμμένος παράδεισος
στην άκρη της ρωγμής
πριν πέσει μέσα.
στο άλσος της παρακμής
με τους βαλτούς ιστούς
των αραχνών
να παγιδεύουν κάθε ανάσα.
η τρέλλα να χτυπάει
την κάρτα της
πιάνοντας ξανά δουλειά.
καμμιά πίστη δεν οδηγεί
μες απʼ την βροχή
ή την γαλήνη
[η κόλαση της θλίψης
μέσα
στην θλίψη της κόλασης]
κι ο καμμένος παράδεισος
νʼ αχνίζει σαν πτώμα
– λίγο πριν την δύση
πέφτοντας η αυλαία.

*

Άδεια ρούχα – τόσο βαρειά –
ντυμένα σε σκελετούς.
χαμογελαστές σαρκοφάγοι
ημερών νεκρών
και ξεραμένων ειδώλων.
το τίποτε προσιδιάζει σε σας
[πριν το σκοτάδι συναντιέστε
– πριν το σκοτάδι πεθαίνετε]
έτσι αρκει η προσήλωση
στου μηδενός την λιτότητα.

*

Σʼ ένα κορμί μέσα, κορμί άλλο.
μικρό ξεσκισμένο κουφάρι
σάπια φύλλα μετράει η λύσσα
αποσταμένη, μέσα σʼ οδύνες.
άσκοπα δόντια δαγκώνουν το στήθος
– κανένα πέος, κανένα αιδοίο
δεν λέει αλήθεια.
τώρα – αύριο – χθες
θλίψη μαγειρεμένη με χόρτα
σε στυφό νερό ξεπλυμένη.
εκχυμωμένη πλήξη/ πληγή
βάρος βαθύ/ λάστιχο.
κούφια ζωή σε χρόνια τερηδόνας
διάσπαρτη
σʼ ομίχλη ανθρωπορρύπανσης.
και μην ξεχνάς
κατʼ εικόνα και καθʼ ομοίωσιν
– απλά έτσι.


*

Νύχτα θολή, μπροστά στην έλξη του νερού.
[η θάλασσα ολάκερη μια μνήμη]
λουλούδια τεμαχισμένα στο παρατεταμένο μυαλό.
ζυγίζοντας το σκοτάδι σου
μακάρι νάξερες: να μην σε νοιάζει η ζωή
είναι ο μόνος τρόπος για να ζήσεις.