Σπουδή εξπρεσιονιστικού πίνακα
Ι.
Παρατήρα αυτόν τον πίνακα το πρωσικό μπλε που τρέπεται σε γαλάζιο καθώς η σκιερή μορφή κουράζεται ναι πράγματι κουράζεται το βλέπεις άλλωστε έτσι όπως περιστρέφεται προσπαθώντας να κινηθεί αγωνιωδώς ο ζωγράφος θέλει να αποτυπώσει τη στιγμή εκείνη πληγή στον χρόνο θα ʽλεγες σαν σε νεκρή φύση που πιάνεις σφυγμό την ώρα που ο καλλιτέχνης ημιθανής ήρωας κοίτα τον τώρα βάζει την τελευταία πινελιά μαχαίρι καρφωμένο στα σωθικά του
ΙΙ.
Όταν τοποθετήθηκε το σκοροφαγωμένο κάδρο έτσι για να τονίσει τη φθορά του σώματος σκέφτηκε όταν αποθανάτιζε με κείνην τη σκιερή μορφή μια αόριστη ανησυχία με απότομα ριγμένες αλλά περίτεχνα σβησμένες κόκκινες πινελιές που διασχίζουν από μια διαγώνια οπτική το σώμα κατάφερε κι ανέδειξε ένα ψυχόδραμα που παιζόταν τον τελευταίο καιρό στο δικό του θέατρο με νεαρούς ηθοποιούς που μετράνε μετά από κάθε παράσταση τα λιγοστά χειροκροτήματα ξεχασμένων φίλων που δεν περίμενες ποτέ πως θα τους ξανάβλεπες
ΙΙΙ.
Ύστερα από τρεις ώρες εξουθενωτικής μονομαχίας με τον καμβά τον έσκισε αλύπητα αφού οι χρωματιστές του ανασφάλειες δεν εισακούστηκαν ποτέ στο ακροατήριο
IV.
Να καταδικάζεσαι ερήμην για έναν πίνακα που δεν ζωγράφισες ποτέ
Βέροια Νοέμβριος 2010
Το βλέμμα
Βλέμμα που άναψε κερί στο σκοτεινό παρεκκλήσι της μοναξιάς μου
Βέροια Νοέμβριος 2010
Σωσίπατρος
Νύχτες απρόσμενες μετρούσα τα πρόσωπα της κτίσης και την ώρα την τρίτη στον αντίχειρα καθώς έπεσε ο λαχνός του βλέμματός μου μια σημασία σαν από ετών πολλών και περασμένων εποχών δυο εραστές σε αμπάρι κλεισμένοι ανοίξανε ναύτες την σκουρόχρωμη πόρτα βαριά χαλκέντερη λες και αποπνικτικά ο έρωτας παλιό κρασί ξεχασμένο κι είναι που ο μίσχος λύγισε σπασμένο στέλεχος χέρι κρατά την ελπίδα αφήστε επιτέλους φαντάσματα των δύο εραστών μονάχοι να πορευθούνε να σμίξουνε νʼ αγαπηθούνε υπομονή επιτέλους
Φτάνει πια μας κούρασες μʼ ασύνδετα πλάνα εστίασε επιτέλους σωστά και διηγήσου την ιστορία όπως αρμόζει σε τέτοιες περιστάσεις δείξε το απαιτούμενο σθένος λοιπόν Σωσίπατρε. Ο Σωσίπατρος καμεραμάν με μια αφέλεια δοσμένη να δείξει ξανά το πλάνο το πρώτο: Καθόταν ως είθισται τις νύχτες μονάχος στον καναπέ αρμόζοντας τη μοναξιά του πήρε να τολμήσει κι αυτός να γράψει ένα διήγημα και πάντοτε το βλέμμα του έπεφτε στον αντίχειρα πριν την γραφή ήθελε λέει να πλάσει μια ιστορία δύο εραστών που κάποια φαντάσματα τους κλείσανε σʼ ένα αμπάρι μονάχοι μείνανε με μια φιάλη κόκκινο κρασί το γεύτηκαν καλότροπα μέχρι που τους βγάλανε από κει διερχόμενοι ναύτες με σπασμένο το χέρι. Τώρα το πήρες σωστά το πλάνο Σωσίπατρε.
Βέροια Νοέμβριος 2010
Στο λιμάνι της Χίου
Την ιστορία του είπαν θα τη γνωρίσεις απʼ την καλή κι απʼ την ανάποδη. Κι αυτός βάλθηκε να το πιστέψει. Έτσι που κάθε πανσέληνο περιμένει στο λιμάνι της Χίου τους απέναντι. Εκείνους που δεν τα κατάφεραν. Που δεν έφτασαν ποτέ.











Γραφή που ξαφνιάζει, προκαλώντας ευχάριστη έκπληξη. Είναι καλό να βλέπουμε νέους ποιητές να δοκιμάζουν καινούρια πράγματα. Τολμηρή έκφραση (ως προς τη σύνταξη του λόγου), πρωτότυπες εικόνες, ελλειπτικότητα και υποβλητική ατμόσφαιρα χαρακτηρίζουν τα ποιήματα. Επίσης πολύ καλή η σύζευξη ποίησης και ζωγραφικής, που αποτελούν οργανικό σύνολο. Σίγουρα ένας μοντέρνος λόγος που έχει πολλά να προσφέρει.