Λόγια σιωπής


Θάλασσα μέσα μου η σιωπή
βαθειά, λερή και μαύρη
κυλά απ’του νου μου την οπή
σα λάβα χύνεται καυτή
και τη καρδιά ανάβει.

Οι λέξεις μαραζώσανε
στη λησμονιά του λόγου,
δεν άντεξαν κι ενδώσανε
και στο γιατί ριζώσανε
του μάταιου τούτου ρόλου.

Λόγια σιωπής μα αντηχούν
στου νου μου τα θεμέλια,
κλαίνε κι αδιάκοπα θρηνούν
ανθρώπους-κούκλες σαν θα δουν
να ʼχουν κλωστές στα χέρια.

Παραδομένος, στʼ αύριο
το χέρι πάντα έτεινα,
μα μίσησα τον άγιο
ψάχνω να βρω απάγκιο
στο ξακουστό επέκεινα.

Αναμονή

έρχεσαι την ανατολή μα χάνεσαι στη δύση
σ’ ένα αδιάκοπο, γοργό και μάταιο πηγαιν’ έλα
και γω αποσπερίζω πια στην άθλια τούτη κτήση
παραδομένος στη θολή ποιητική μου τρέλα.

Εδώ στο περάς των καιρών υφαίνεις τη πορφύρα
και σαν βασίλισσα πενθείς κρυφά των εραστή σου
μοιρολογώντας μια ζωή ίδια με εξορία
μέσα στο χρυσοποίκιλτο πολυτελές κελί σου.

Κοιτώ διαβάτες που απλά ξοδεύουν τη ζωή τους
μέσα απ το παράθυρο της έξω φυλακής μου
μα θα ’δινα και τη ψυχή να βάδιζα μαζί τους
να ξέφευγα απ τη θηλιά της κατανόησης μου

Στο Μάνο Ελευθερίου

Μικρό αγόρι ξαγρυπνά παίζοντας με τον ίσκιο
που φτιάχνουν τα χεράκια του αντίκρυ του στον τοίχο.
Με συντροφιά το κλάμα του, πνιχτό, κρυφό, αντρίκιο
αιώνιες νύχτες προσπαθεί να δώσει του και ήχο
ίδιο με την ανάσα του, και της καρδιάς τον κτύπο.

Θηλυκογραφία

Κυλούν τα δάκρυα της μέρας
στου κάμπου πάνω το τριφύλλι
κι ο ήλιος σαν ουράνια πύλη
στου πανω κόσμου τ’ άγιο σέλας.

Στο πέρα δωθε των εικόνων
μες του μυαλού τη θεια δύνη
είσαι θαλασσινό δελφίνι
μα κι ένα τάγμα λεγεώνων.

Έλιωσες μέσα σου το αστέρι
και το ‘ριξες κρυφά σε μήτρα
γενάς του έρωτα τη ρήτρα
φαρμακι, καυτρα και μαχαίρι