Λόγια σιωπής
Θάλασσα μέσα μου η σιωπή
βαθειά, λερή και μαύρη
κυλά απ’του νου μου την οπή
σα λάβα χύνεται καυτή
και τη καρδιά ανάβει.
Οι λέξεις μαραζώσανε
στη λησμονιά του λόγου,
δεν άντεξαν κι ενδώσανε
και στο γιατί ριζώσανε
του μάταιου τούτου ρόλου.
Λόγια σιωπής μα αντηχούν
στου νου μου τα θεμέλια,
κλαίνε κι αδιάκοπα θρηνούν
ανθρώπους-κούκλες σαν θα δουν
να ʼχουν κλωστές στα χέρια.
Παραδομένος, στʼ αύριο
το χέρι πάντα έτεινα,
μα μίσησα τον άγιο
ψάχνω να βρω απάγκιο
στο ξακουστό επέκεινα.
Αναμονή
έρχεσαι την ανατολή μα χάνεσαι στη δύση
σ’ ένα αδιάκοπο, γοργό και μάταιο πηγαιν’ έλα
και γω αποσπερίζω πια στην άθλια τούτη κτήση
παραδομένος στη θολή ποιητική μου τρέλα.
Εδώ στο περάς των καιρών υφαίνεις τη πορφύρα
και σαν βασίλισσα πενθείς κρυφά των εραστή σου
μοιρολογώντας μια ζωή ίδια με εξορία
μέσα στο χρυσοποίκιλτο πολυτελές κελί σου.
Κοιτώ διαβάτες που απλά ξοδεύουν τη ζωή τους
μέσα απ το παράθυρο της έξω φυλακής μου
μα θα ’δινα και τη ψυχή να βάδιζα μαζί τους
να ξέφευγα απ τη θηλιά της κατανόησης μου
Στο Μάνο Ελευθερίου
Μικρό αγόρι ξαγρυπνά παίζοντας με τον ίσκιο
που φτιάχνουν τα χεράκια του αντίκρυ του στον τοίχο.
Με συντροφιά το κλάμα του, πνιχτό, κρυφό, αντρίκιο
αιώνιες νύχτες προσπαθεί να δώσει του και ήχο
ίδιο με την ανάσα του, και της καρδιάς τον κτύπο.
Θηλυκογραφία
Κυλούν τα δάκρυα της μέρας
στου κάμπου πάνω το τριφύλλι
κι ο ήλιος σαν ουράνια πύλη
στου πανω κόσμου τ’ άγιο σέλας.
Στο πέρα δωθε των εικόνων
μες του μυαλού τη θεια δύνη
είσαι θαλασσινό δελφίνι
μα κι ένα τάγμα λεγεώνων.
Έλιωσες μέσα σου το αστέρι
και το ‘ριξες κρυφά σε μήτρα
γενάς του έρωτα τη ρήτρα
φαρμακι, καυτρα και μαχαίρι











Γράφε αγόρι μου , γράφε !
Η πένα σου καλούδια αραδιάζει !!
Στη πόλη των ιδεών έχεις εισέλθει !!!
Στο ποίημα και δη στο έμμετρο που είναι εν δυνάμει τραγούδι, πιστεύω πως η κάθε λέξη πρέπει να έχει λόγο ύπαρξης πολύ συγκεκριμένο. Ιδανικά, αν μια τέτοια λέξη αφαιρεθεί, η απουσία της θα είναι αισθητή τόσο σαν σημαντικό στοιχείο της πληρότητας του περιεχομένου όσο και σαν εκφραστικό μέσο. Έτσι λέξη-λέξη, στίχο-στίχο, στροφή-στροφή χτίζεται ένα αισθητικά άρτιο και νοηματικά πλήρες κείμενο του οποίου ύφος και περιεχόμενο είναι τελικά ένα. Το ποιήμα.
Βέβαια δεν είναι δυνατόν πάντα να κατορθώνουμε το ιδανικό. Εν τούτοις, οι όποιοι συμβιβασμοί πρέπει να είναι όχι μόνο οι λιγότεροι δυνατοί αλλά και καλά τεκμηριωμένοι απο τον γράφοντα προς τον εαυτόν του.
Σ’ ετούτη την ανάρτηση ένα καλό ποιήμα είναι το “Στο Μάνο Ελευθερίου”. Έχει προβλήματα βέβαια και θέλει δουλειά αλλά είναι καλό. Λιτό, μεστό και αποκαλυπτικό της ευαισθησίας του συγγραφέα.
Τα υπόλοιπα όμως έχουν πάρα πολλές αδυναμίες. Στιχοακροβασίες, μεγαλοστομίες, επίθετα που είναι φανερό ότι ο μόνος τους σκοπός είναι να συμπληρώσουν τό μέτρο και εκφραστικές ατοχίες που υπονομεύουν τόσο αισθητικά όσο και νοηματικά το κείμενο. Το ποιήμα με τα περισσότερα τέτοια προβλήματα πιστεύω είναι το “Λόγια σιωπής”.
Είναι απορίας άξιο πάντως, πως το χέρι που έγραψε το “Στο Μάνο Ελευθερίου” έγραψε και το “Λόγια σιωπής”. Η σημαντική χρονική απόσταση μεταξύ τους -αν υπάρχει- θα μπορούσε να είναι μια αιτιολογία.
Η χρονική απόσταση του “Στο Μάνο Ελευθερίου”
με τα άλλα τρία γραπτά
είναι δυόμιση χρόνια φίλε περιηγητή.
Σε ευχαριστώ.
Το μαρτύριο στην έμμετρη ποίηση είναι ότι πρέπει να “σταυρομαρτυρήσεις” μέχρι να βρεις την λέξη εκείνη που θα σου εξασφαλίζει την μέγιστη δυνατή ευρυθμία με όσο το δυνατόν μικρότερο κόστος στον σχηματισμό της νοηματικής εξέλιξης του ποιήματος..
Δεν νομίζω ότι κάποιο ποιημά σας υστερεί ιδαίτερα σε κάποια από τα δύο ζητούμενα..Ούτε πιστεύω ότι ποδηγετεί το ένα μέλημα το άλλο προς την κατευθυνση της εμφανούς εξαφάνισης ..
Διαβάζονται όμορφα και ρέουν στο μυαλό και στη γλώσσα..Αρα νομίζω ότι αυτό που επιθυμήσατε το έχετε ήδη τουλάχιστον επισκεφτει αγαπητέ κύριε Ορφανουδάκη με τα ποιήματα που μας καταθέσατε..
“…να αποφύγετε κι απ’ αυτούς κάποιους του έντεχνου που θέλουν να κάνουν Δημουλά σε ρίμες…”
Δεν θα μπορούσα να συμφωνήσω περισσότερο κ. Μίχο. Πάντως εγώ δεν θα απέτρεπα κανένα επιδοξο έμμετρο (και γιατί όχι ομοιοκατάληκτο) να διαβάσει Σολωμό, Σικελιανό, Παλμά ή Καρυωτάκη. Αν και προσωποικλα καταλαβαίνω πολύ καλά τι εννοείτε με αυτό το “πριν το 30”.
Κύριε Μίχο, δεν καταλαβαίνω την πρώτη σας πρόταση. Όταν λέτε: “Το πρόβλημα εκείνου που στρέφεται στη ρίμα, είναι που θα αρθεί για να νομιμοπιήσει τη γραφή του”, με ποια σημασία χρησιμοποιείτε το “αρθεί”;
Ευχαριστώ για την απάντηση, κύριε Μίχο, αλλά με μπερδέψατε ακόμα περισσότερο με την αναφορά στη Νικολακοπούλου. Η Νικολακοπούλου στιχουργεί, γράφει στίχους για να μελοποιηθούν, πολλές φορές τους “καρφώνει” (έκφραση του Λευτ. Παπαδόπουλου) πάνω σε ήδη υπάρχουσα μουσική (π.χ. στο δίσκο της Πρωτοψάλτη σε μουσική Μπρέγκοβιτς). Ο ποιητής, ισόμετρος ή όχι, δεν γράφει με στόχο τη μελοποίηση, άσχετο αν μελοποιηθεί αργότερα το ποίημά του. Νομίζω λοιπόν ότι μιλάμε για δυο διαφορετικά πράγματα και αυτό άσχετα με την αξία των επιμέρους δημιουργών.
Δεν είναι βέβαια όλοι οι στιχουργοί ποιητές. Για τη Νικολακοπούλου και άλλους πολλούς όμως θα συμφωνήσω με τον κύριο Μίχο. Άλλωστε διαβάζοντας χρόνια ποίηση, στο νου μου κάποιοι στίχοι από σημαντικά ποιήματα μου έρχονται. Στίχοι με τους οποίους ταυτίστηκα. Ποτέ σχεδόν όλο το ποίημα. Κάτι ανάλογο μου συμβαίνει και με το τραγούδι. Είναι κάτι στίχοι που περνούν κατευθείαν στην καρδιά και δεν με προβλημάτισε ποτέ αν είναι ποίημα, το θεωρούσα δεδομένο ότι είναι ποίημα, πχ
σ’ αυτά που ήτανε τόσο μικρά
μα που ρίχναν σκια
για να μοιάζουν παλάτια.
Γιατί η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα είτε επιτυγχάνεται με την ποίηση είτε με τα τραγούδια.
Ευχαριστώ
Κύριε Μίχε μας
Είχες δεν είχες , διέγειρες πάλι
το παρασυμπαθητικό μας σύστημα !
Να είσαι καλά !
Κύριε Μίχο, στη μεθοδολογία μάλλον διαφωνούμε. Πάντως διευκρινίζω ότι δεν θεωρώ υποδεέστερους τους στιχουργούς από τους ποιητες, απλώς διαφορετικούς, μη συγκρίσιμους. Και ασφαλώς πολλοί στίχοι τραγουδιών με συγκινούν απείρως περισσότερο από τους “ποετίσκους” (δικός σας πάντως ο νεολογισμός) του 70.
Έβαλε και ο Ρένος Αποστολίδης στιχουργούς του λαϊκού στην ανθολογία του; Νόμιζα πως ο Βασιλικός το είχε κάνει αυτό.
@13
κ.Μίχο, εδώ δεν δώσαμε Βραβείο σ’ ένα Γκάτσο, στη Νικολακοπούλου θα δώσουμε. Κι αν δώσαμε στον Λειβαδίτη και τον Γκανά, ίσα κι όμοια θα τους κάνουμε με την εν λόγω κυρία;
Αλλά για να μην πάμε και τόσο πίσω, το παρακάτω κείμενο γράφτηκε μάλλον για μελοποίηση μιας και ανήκει στον Δημήτρη Αποστολάκη απο την μπάντα ΧΑΙΝΗΔΕΣ. Φαντάζομαι δεν τον ξέρουν πολλοί, τουλάχιστον όχι όσοι ξέρουν τη Νικολακοπούλου. Είναι προφανές ότι ο άνθρωπος δεν έχει τις ίδιες άκρες στο σύστημα.
Νεντράνισα το βλέμμα μου στ’ αλαργινά σου μάτια
πανί που εξέβαψες κι εσύ στου ήλιου την πυρά
εξέχασα τον έρωτα σ’ ένα ασκιανό του χρόνου
και ήκοψα στα τέσσερα του πόνου τη χαρά.
Χρόνια μας εταξίδευγες σ’ άγρια μονοπάτια
του Λυβικού αερικό και ξωτική ομορφιά
αχ αρμενάκι πού ‘γινες σαρανταδυό κομμάτια
και ήβαψες του πέλαγου τη σκούρα ζωγραφιά.
Βρέχει και μοσκομύρισε το χώμα στο σοκάκι
μη με μαλώνεις που βουβός παλεύγω τον καημό
λένε πως ανεράιδα μου πήρε τη μιλιά μου
μια νύχτα που μου πάντηξε γυμνή στον ποταμό.
Πέτρα την πέτρα εξέφτισες καιρέ μου ηλιοκαμένε
κι η αναπνιά σου πού ‘τανε κλωνί αρισμαρί,
μαράθηκε και ήρθανε κυράδες ‘που τα ξένα
και τηνε βαλσαμώσανε σ’ αστραφτερό γλαστρί.
Δεν είναι η παραξενιά που κάθομαι και παίζω
ούτε και το παράπονο που θέλω να το πω
είναι που εδροσουλιάστηκε στα χείλη μου το γέλιο
και η ζωή που μίσεψε όλη χωρίς σκοπό.
Όχι που Νικολακοπούλου είναι ατάλαντη αλλά κατα την άποψή μου είναι υπερεκτιμημένη όσο δεν παίρνει. Αυτό δε, δεν της έκανε καθόλου καλό γιατί απο ένα σημείς και πέρα, θεώρησε πως ότι γραφει είναι πέρα απο αμφισβήτηση και μας πλάσαρε και στίχους σαν αυτούς
Τ’ αξύριστα μου γένια
τα σκέπασα μ ‘αφρό
καρδιά μου σ’ έχω έννοια
κι απόψε θ’ ανεβώ
στο έλκηθρο που έλκουν
οι τάρανδοι στην κάρτα
ακόμα μια φορά
του ονείρου μας βορά
Ο Δημήτρης Αποστολάκης είναι τουλάχιστον συνεπέστατος μιας και το δείγμα που ανέβασα μπορεί να μην είναι καν το καλύτερο του!
Δοξα στον Αγιο Σπυριδωνα!!
Επιτελους και ποιηματα σωστα με μετρο και ομοιοκαταληξια!
Η γοητεία ενός καλού τραγουδιού, με ωραίους στίχους, είναι η νοσταλγία της παιδικής ηλικίας. Άγει την ψυχή σε μια μορφή καθάρσεως όπως αυτές των αρχαίων θεάτρων.
Όπως στις επιστήμες, έτσι και στις τέχνες, έχει υπάρξει και συνεχίζει ακόμα ο κατακερματισμός και η υπερ-εξειδίκευση που, αν και οδηγούν σε πληροφοριακό και εργαλειακό βάθος , απομακρύνουν όλο και περισσότερο απο την πηγή και την ουσία τις επιστήμες, τις τέχνες και τα γράμματα. Αποστείρωση και νέα ιερατεία δηλαδή. Και ούτε καν επιτυχημένα τα τελευταία, δηλαδή λειτουργικά.
Αυτό στο οποίο προσωπικά ελπίζω και εύχομαι (και το οποίο υπαινίχθηκε ο κ. Μίχος στον χώρο μεταξύ στιχουργίας και ποίησης) είναι μια νέα σύνθεση, ένας επαναπροσδιορισμός, μια μαγνητική συγκέντρωση γύρω απο έναν νέο ανθρωπολογικό πυρήνα, μια ανέλιξη και ολοκλήρωση, των εκατοντάδων διαφορετικών επιστημών, των δεκάδων μορφών τέχνης, γενικότερα, των πάμπολλων αλλά σχετικά απομονωμένων κατηγοριών γνώσης και έκφρασης, προς το Όλον.
Όταν ακούω στίχους του Λευτέρη Παπαδόπουλου “καρφωμένους” επάνω σε μουσική του Livaneli, παρά την αξία και την ομορφιά των νοημάτων, αισθάνομαι τη γλώσσα να περπατά σε στερεότυπα ποιητικά/στιχουργικά μονοπάτια: το λεξιλόγιο κοινότοπο, σχεδόν τετριμμένο, η ομοιοκαταληξία εν πολλοίς προβλέψιμη. Ακούγοντας το “Μετανάστη” και το “Μένω εκτός”, με το πρώτο τραγούδι νιώθω συμπόνοια για το μετανάστη, ενώ με το δεύτερο ανεξήγητα νιώθω ο ίδιος μετανάστης.
@23
Αγαπητέ Παναγιώτη θα σου πρότεινα να “ξεχάσεις” όσο γίνεται τη μουσική και να διαβάσεις τους στίχους των δυο τραγουδιών σα να ήταν δυο ποιήματα.
Θα δεις ότι του Παπαδόπουλου, μπορεί να μην είναι αριστούργημα, αλλά είναι τεχνικά αρτιότερο και νοηματικά πιο συμπαγές.
Η Νικολακοπούλου στα κουπλέ “εκβιάζει” ομοιοκαταληξία και μέτρο.
Όσο για τις λέξεις… Αυτές κατα τη γνώμη μου είναι “όχημα” σ’ ένα τραγούδι. Σημασία έχουν οι εικόνες. Τα χρώματα και τα αρώματα. Κι εδώ νομίζω υπερτερεί ο Παπαδόπουλος.
Ξέρεις, περιηγητή, τι συμβαίνει; Θεωρούμε τον “εκβιασμό” της ομοιοκαταληξίας ως αποτυχία του στιχουργού, την ίδια στιγμή που επαινούμε τον ποιητή για τις ρήξεις του. Κι αυτό γιατί αυθαιρέτως διαχωρίζουμε τον στιχουργό από τον ποιητή και στρέφουμε τις απαιτήσεις και προσδοκίες μας για την ανανέωση της γλώσσας στον ποιητή (κι αυτό όπως αντιλαμβάνεται αυθαίρετα καθένας μας τον ποιητή, την ανανέωση, τη γλώσσα την ίδια).
Αναγνωρίζω το “τεχνικά αρτιότερο” και “νοηματικά συμπαγέστερο” των στίχων του Παπαδόπουλου έναντι της Νικολακοπούλου. Αλλά δεν το βρίσκω “συμπαγέστερο” από του Βίρβου και οπωσδήποτε όχι πιο συμπαγές και αρτιότερο από της Παπαγιαννοπούλου. Εάν το ζήτημα είναι να αναδείξουμε κάποια ιδέα γλωσσικής και υφολογικής συνέχειας από τον δημοτικό ποιητή των ακριτικών τραγουδιών μέχρι τον Κρυστάλλη, τον Παλαμά και τον Παπαδόπουλο, τότε συμφωνώ: η Νικολακοπούλου εισέρχεται ως ασυνέχεια στην παράδοση αυτή. Σεβαστή η προτίμηση του καθενός, αλλά δεν νομίζω ότι οι στίχοι του Παπαδόπουλος έχουν κάτι το ξεχωριστό ώστε να σταθούν χωρίς τη μουσική που μου ζητάς να ξεχάσω.
Από την άλλη, δεν μπορώ να μην αναγνωρίσω ότι οι “εκβιασμοί” της Νικολακοπούλου, (π.χ. μου έρχεται στο νου τώρα εκείνο “το κομμένο ντεπόν”), και εκατοντάδες άλλα τέτοια παραδείγματα “απροσδόκητων” λέξεων και φράσεων, φέρνουν φρέσκο αέρα σε μια παράδοση που περιχαρακώνεται (από κάποιους, όχι μόνη της) πίσω από μια αυθαίρετη έννοια “νοηματικής συμπάγειας” και “τεχνικής αρτιότητας”.
Ασφαλώς, de gustibus non est disputandum…