Όταν Η Πόλη Κοιμάται
Ρουφάω μια τζούρα αλκοόλ και σκέφτομαι σε παρόντα χρόνο
Όταν η πόλη κοιμάται,
Ακούω χαμηλά μουσική ενώ με παροτρύνω να τζογάρω δίχως να σκέφτομαι το κόστος.
Όταν η πόλη κοιμάται,
Κλέβω ανάσες γειτονικές, τρώω στα τραπέζια τους και ανοίγω ξένες τηλεοράσεις.
Υπολογίζω πόσες όμορφες, ντελικάτες κοπέλες κοιμούνται μόνες τους,
Δίχως συντροφιά, δίχως ποτό και έρωτα.
Και θέλω τόσο να τις γλυκάνω όλες,
Να γλυκάνω τα στρωσίδια τους με την αρίδα μου,
Μα ξάφνου γίνομαι ρεαλιστικός και παύω να σκέφτομαι μαλακίες.
Όταν η πόλη κοιμάται,
Πιάνω νότες ή ψαχουλεύω στον υπολογιστή για κάτι της προκοπής.
Κι όταν κάποιος ξυπνήσει, του λέω εδώ η πόλη κοιμάται, που πας;
Λίγο πριν σταμάτησε και το τελευταίο λεωφορείο,
Η βρύση στάζει.
Κάπου εδώ όλη η πόλη κοιμάται,
Κι εγώ απόψε χώρια της.
Γράφω
Για το αξημέρωτο
Τη μονοκονδυλιά που ισορροπεί ανάμεσα σε Σούμπερτ και Σούμπερτ
Στα βαλς εκείνα που λήξανε άδοξα καθώς τα όρνια ετοίμαζαν στα μουλωχτά το θάνατό τους
Και στην Άνοιξη, που όλο λέει ότι έρχεται
Ποιος είμαι εδώ
Γιατί εδώ δεν ξέρω πως, που και να μπλέκω τα πόδια μου στον ουρανό
Σα φυγάς παράτολμα ζητάω χάδια
Στα κατσαρά μου γένια μπλέχτηκαν πουλιά και πονάνε
Γέννησα πύον και ποιος είμαι εδώ ξαναλέω περίτρανα
Δε μʼ ακούτε βρε;
Καταδικασμένος να γράφω
Για τους βιασμούς που επέστησα
Κι έτσι λατρευτά μόνος να θυμάμαι πόσο καλά με κέρναγες χολή
Ενώ πέθαινα και συνέχιζα να πεθαίνω
Δίχως αρετή στην πλάτη
Γράφω λέω τώρα
Και πριν ξημερώσει ισορροπώ ανάμεσα από ένα καντήλι
Που καίει περίσσιο τʼ όνομά σου.
Πωλήσεις Και Τέχνη
Ξύπνησα όπως πάντα.
Δίχως τίποτα καινούριο.
Όλα ήταν όπως τα ʽξερα απλά είχα δουλειές το πρωί.
Οι εκδότες με θέλανε απίκο στις 10:00.
Πήγα.
Ενάντια σε ʽμενα και το θείο Τσάρλυ,
Συνάντησα τη βροχή,
Δε μάσησα,
Συνέχισα.
Ήμουν εκεί και κατʼ ακολουθίαν συνέχισα να ʽμαι αυτό που είμαι.
Μα τώρα ήταν και οι εκδότες.
Πήρα κάποιες κλεφτές τζούρες αέρα από το δωμάτιό τους.
Γελάγανε.
Αγωνιούσα.
Καθίσαμε.
Σταύρωσα τα χέρια με ενδιαφέρον σε ʽνα τραπέζι συναντήσεων.
Μεγάλο τραπέζι, και η πρώτη σκέψη που μου ήρθε ήταν ότι εκεί πάνω θα γινόντουσαν απίστευτα τσιμπούσια.
Περίμενα τα καθέκαστα.
Ο μπουκλέ τύπος με το βιβλίο μου και το κιτάπι του μπήκε.
«Δε διάβασα εγώ το βιβλίο σου», είπε, «να στο ξεκαθαρίσω αυτό..»
Άκουγα και άκουγα ενώ η βροχή έπεφτε.
«2.500 χιλιάρικα», είπε ενώ συνέχιζα να ακούω, «είναι καλή ευκαιρία..»
«Θα πάρεις και 300 αντίτυπα δικά σου.
2.500 χιλιάρικα ευρώ.
Φρέσκα, κολλαριστά.
Σκεφτόμουν τα φασολάκια της μάνας μου
«Θα σου πούμε σε ποιους ποιητές να τα στείλεις. Έτσι πάει», είπε ενώ η βροχή έπεφτε.
«Όσον αφορά τα δικαιώματα μην περιμένεις να βγάλεις λεφτά, σου αναλογεί το δέκα τοις εκατό..»
Είπε.
«Απορίες;»
Είπε.
«Όχι»
Είπα.
«Σκέψου το καλά και απάντησέ μου αυτή την εβδομάδα διότι περιμένουν και άλλοι.»
Είπε, ενώ η βροχή έπεφτε
Πήγα προς την έξοδο.
Δεν πήρα πάλι το ασανσέρ.
Βάδισα προς τις σκάλες.
Έστριψα ένα τσιγάρο και το κάπνισα παρέα με κάτι μπάτσους δίπλα μου.
Ας είναι είπα, εγώ μια φορά ποιητής θα γίνω.
Είτε το θέλετε, είτε όχι
Και θα γίνω σύμφωνα με τους δικούς μου όρους.
Λανθάνω
Στη μέση μιας σκιάς
Που διχοτόμησα αφιλοκερδώς
Πριν κοιμηθώ και δακρύσω τρεις φορές
Που μόνος στέκω
Τώρα έρμαιο στη μέση μιας κόκκινης σκιάς.
Παχύρευστο
Λιώνοντας πάνω στα χείλη σου
Αυτό το απαλό χάδι υγρού
Που η ουσία του
Φτάνει γλυκιά στη γεύση σου
Και το περίσσευμα
Κυρτό να πλάθει τα μαλλιά σου
Κωνσταντίνος Πρωτοπαππάς
Αν δεν κάνω λάθος, γεννήθηκα στην Κόρινθο τον Απρίλιο του 1980 και έτυχε τα παιδικά και εφηβικά μου χρόνια να τα ζήσω στην Περαχώρα, σε ένα χωριό κοντά στο Λουτράκι. Φοίτησα στη Σχολή Διεθνούς Εμπορίου του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας στην Καστοριά, και έπειτα κατηφόρισα στην Αθήνα για χάρη της Μουσικής.
Σπουδάζω jazz μουσική, όντας κιθαρίστας. Φωτογραφίζω τη γη και τις ορέξεις της ενώ η σύνθεση λέξεων-σκέψεων έρχεται να ταΐσει τις υπαρξιακές μου ανάγκες.
Μαζί με τα «Επτά Καπνισμένα Μολύβια» κυκλοφόρησα τις πρώτες μου σελίδες κάτω από τον τίτλο «Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος», σε μία αυτοχρηματοδοτούμενη έκδοση.
Έπεται η συνέχεια..











Εκφράσεις όπως: γέννησα πύον, σκέφτομαι μαλακίες, με θέλανε απίκο, ο μπουκλέ τύπος νομίζω πως έπρεπε να λείπουν. Δεν βλέπω να προσθέτουν κάτι στα ποιήματά σας, τα οποία πρέπει να γίνουν πιο μεστά. Το κλίμα που καλλιεργείτε είναι ενδιαφέρον, αλλά θα χρειαστεί να δουλευτούν τα ποιήματά σας περισσότερο. Στο τελευταίο σας ποίημα “Πωλήσεις και Τέχνη” θίγετε ένα ζήτημα που του έχει δωθεί υπερβολική αξία, γιατί βλέπω να απασχολεί αρκετό κόσμο. Θα πρέπει επιτέλους να γυρίσουν όλοι την πλάτη στους εκδοτικούς οίκους και στα ανάλογα οικήματα, διότι πολύ ψηλά σηκώσανε τον αμανέ. Φτάνει πια με την απο-ποίηση και τις αηδίες που εκδίδουν σωρηδόν και τις βραβεύουν οι γνωστοί-άγνωστοι κλικαδόροι. Ας τους πετάξουμε έξω από τα χωράφια της ποίησης.
…κυκλοφόρησα τις πρώτες μου σελίδες κάτω από τον τίτλο «Ο πικραμένος, το παρδαλό κατσίκι και ο τελευταίος», σε μία αυτοχρηματοδοτούμενη έκδοση. …Να σας πω κάτι κύριε Πρωτόπαπα; Πολύ καλά κάνατε, διότι η ποίηση δεν χρειάζεται τις πολυτελείς εκδόσεις για να σταθεί ως ποίηση. Τι νομίζετε πως θα άλλαζε εάν είχατε εκδώσει κάποια συλλογή σας σε κάποιον γνωστό εκδοτικό οίκο; Η ποίηση δεν είναι εμπορεύσιμο είδος λόγου γιʼ αυτό και δεν πουλάει. Γιʼ αυτό το λόγο και στέκεται ψηλά. Αλλά να μιλάμε για ποίηση πάντοτε, ούτε για προς-ποίηση, ούτε για απο-ποίηση. Επειδή όπως ανέφερα δεν είναι εμπορεύσιμο είδος λόγου, στις περισσότερες των περιπτώσεων, ο καλά λαδωμένος μηχανισμός δημοσίων σχέσεων με τον οποίον λειτουργούν οι οίκοι, μας δίνει δείγματα απο-ποίησης μεγαλογιατρών, μεγαλοδικηγόρων, μεγαλομάνατζερ, μεγαλοδημοσιογράφων και πάει λέγοντας. Μην ασχολείστε καν μʼ αυτούς και τις βραβεύσεις τους. Η ποίηση η πραγματική, κρίνεται από έναν και μόνο μέγα κριτή: Το χρόνο. Ένα πραγματικό ποίημα θα αντέξει στο χρόνο, ένα δείγμα απο-ποίησης θα χαθεί μόλις σβήσουν τα βεγγαλικά των ΜΜΕ και του όποιου «τεχνητού» ενδιαφέροντος προκαλέσει ο γνωστός μηχανισμός των κλικαδόρων.
Κύριε Χατζάκη, η δασκάλα βάζει στην τάξη της έκθεση με ελεύθερο θέμα. Ένα παιδί αποφασίζει να γράψει για το πώς νοιώθει όταν η δασκάλα βάζει στην τάξη τους έκθεση με ελεύθερο θέμα. Μπορεί να πει κάποιος “Παιδάκι, είσαι εκτός θέματος;” (Βεβαίως, μπορεί να επιπλήξει τη δασκάλα που βάζει ελεύθερο θέμα, αλλά αυτό είναι θέμα θεσμικό που δεν απασχολεί το παιδί.)
Πείτε μου ότι στην προκειμένη περίπτωση πρόκειται για ποίηση και όχι έκθεση δημοτικού σχολείου, για να βεβαιωθώ ότι δεν συνεννοούμαστε.
Δεν σας κρίνω επί προσωπικού – κρίνω μια άποψη για την ποίηση, όπως τη διατυπώνετε, η οποία δείχνει να φορμάται από δεοντολογικά αξιώματα, από πρέπει και δεν πρέπει.
Αντιλαμβάνομαι ότι η άποψη που έχετε διαμορφώσει για την ποίηση έχει πίσω της πολλά και αξιόλογα αναγνώσματα, αλλά δεν βλέπω σε τι εξυπηρετούν οι δεοντολογικές παρατηρήσεις.
Κύριε Χατζάκη
Στην περισπούδαστη , σύντομη αναφορά σας
στην ποίηση , ως φαίνεται εκ παραδρομής
λησμονήσατε να αναφερθείτε και σε άλλα
παράγωγα όπως :
μετά-ποίηση
παρά-ποίηση
αντί-ποίηση
περί-ποίηση
εκ-ποίηση
προς-ποίηση
κλικαδόρων , που όλα μαζί συνιστούν
ποίηση !!!
…………………………………………………………
Κύριε Πρωτόπαπα
Από τις λόγο-συνθέσεις σου κρατώ
” με θέλανε απίκο”.
Είναι από αυτές που “ίσως” σε κατατάξουν
στους λειτουργούς της ποίησης .
Μια μικρή ένσταση σε ότι αφορά
το μακροσκελές του όλου
που μπορεί να κουράζει .
Καλή γραφή
Ως προς το δεύτερο σχόλιό σας, σε ό,τι αφορά το samizdat και το κριτήριο του χρόνου, συμφωνώ με όσα γράφετε. Ας μην ξεχνάμε όμως και το ρόλο των μελλοντικών εισηγητών, οι οποίοι θα φέρουν το ποίημα και τον ποιητή στο προσκήνιο, βοηθώντας να διαμορφωθούν και να ωριμάσουν οι συνθήκες για την αποδοχή του “καλού ποιήματος”.
Όσο για την ποίηση του κυρίου Πρωτόπαππα, βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει το πρόσωπό του μέσα στο βιογραφικό του, ως ήρωα του προσωπικού του μυθιστορήματος. Μέχρι να καταρρεύσει αυτή η προοπτική, μέσα στην πολυπραγμοσύνη του, ο κύριος Πρωτόπαππας θα έχει την ευκαιρία να δει και, ενδεχομένως, να μας δείξει ότι η ζωή και η ποίηση είναι ένα παιχνίδι που οι κανόνες του διαμορφώνονται παίζοντας.
Δράττομαι του προηγούμενου σχολίου και όχι μόνο για να πω
ότι
…καθώς και η κριτική συχνά, μα πολύ συχνά, δεν έχει καμμία μα καμμία σημασία και αντίθετα απ’ ότι θα ήθελαν οι εκφραστές της, τελικά βουλιάζει μια χαρά στον φαρδύ πάτο της λήθης.
Τραγικό, αλλά αληθινό.
Πρόκειται για την οικονομία που κάνει η μνήμη, απέναντι στα λόγια που λέγονται, μόνο για να λέγονται.
Ίσως γι αυτό, κρίνοντας τον λόγο και ζυγιάζοντας το ήθος, η μνήμη επιλέγει να συγκρατήσει ένα μέτριο αλλά ειλικρινές ποιητικό κείμενο, από την αμφίβολης διάθεσης κριτική του. Ευτυχώς.
Απαντώντας σου, αγαπητέ Δήμιε, με τον αντίστοιχο προσωπικό τόνο, θα συμφωνήσω ότι η κριτική είναι εφαρμογή προσωπικής δεοντολογίας, όταν ο κριτικός αδυνατεί να διατυπώσει γόνιμες παρατηρήσεις. Προφανώς, η έννοια της κριτικής, όπως ενδεχομένως την αντιλαμβάνεσαι, είναι εξίσου ρευστή με την έννοια της ποίησης – ως προς το ότι καθένας μπορεί να την ορίζει όπως τον εξυπηρετεί, προκειμένου να εξασφαλίσει το δικαίωμα να μιλάει και να ακουστεί. Έτσι, η αλαζονεία και ο ελιτισμός του ποιητή, που θέλει να ορίσει ο ίδιος την ποίηση (και τους όρους με τους οποίους θα κριθεί) έρχεται να συναντήσει την αλαζονεία και τον ελιτισμό του κριτικού, που θέλει να ορίσει ο ίδιος την κριτική (και τους όρους με τους οποίους θα αποφανθεί για το τι είναι ποίηση και τι όχι). Δεν συζητώ κατά πόσο αυτό το σημείο συνάντησης των δυο ελιτισμών είναι και αφετηρία επικοινωνίας 🙂
Σωστά επισημαίνεις ότι οι άνθρωποι κρίνουν τα ποιήματα, και όχι ο χρόνος. Αλλά είναι πολλά τα παραδείγματα ποιητών που αναδείχθηκαν επειδή οι κριτικοί του μέλλοντος εστιάζουν την κριτική ματιά τους σε διαφορετικά πράγματα από αυτά που επισήμαναν οι κριτικοί του παρελθόντος – ενίοτε δε αναδεικνύονται και οι ίδιοι ανασκευάζοντας τις επισημάνσεις προγενέστερων κριτικών.
Η πολύ ωραία διατύπωση του κυρίου Φωστιέρη διαβάζεται και ως έμμεση αποδοχή της λογικής “όπως σε ξέκαναν (ή σε τίμησαν) οι συγκαιρινοί, θα σε ξεκάνουν (ή θα σε τιμήσουν) και οι κατοπινοί”. Εύχομαι όσοι αποδέχονται αυτήν τη λογική, να τη γευτούν από τη γλυκιά της όψη.
Αγαπητή κυρία Λινοσπόρη
Έχω την αίσθηση , αφού πρώτα συμφωνήσω
απόλυτα με τα όσα εκφράζετε περί κριτικής
πως μας βάλατε όλους στο ίδιο σακί
ελαφρά τη καρδία !
Κάποιοι από εμάς δεν κάνουμε ποτέ κριτική
παρά εκφράζουμε μόνο την μία και μοναδική
άποψη μας (όπως μία και μοναδική έχουμε
την ………….. , κατά τον Γιάννη Λειβαδά )
Πόσο πιο όμορφο θα έφθανε στα τύμπανα μου
“στον μυχό της λήθης” αντί φαρδύ πάτο
(με παραπέμπει …….και ʼγώ δεν ξέρω που ) .
Τώρα , αληθινό? Ναι
Τραγικό δεν νομίζω , γιατί τα άτομα που
πιάνουν πάτο δεν γνωρίζουν τι σημαίνει
“τραγικό” .
Να είστε καλά .
Προφανώς, Δημήτρη μου.
Σκέψου πόσο μου άρεσε το ποίημα που…υπέγραψα Μίχος!!!(που κακά…:) )
Ο χρόνος από μόνος του δεν αναγνωρίζει, ούτε απονέμει κάποια δικαίωση. Οι αλλαγές και οι μεταμορφώσεις που φέρνει, όλα αυτά φυσικά με κυρίαρχο το στοιχείο της κίνησης, μεταλλάσουν και τις εκάστοτε αντιλήψεις των ανθρώπων για τα πράγματα. Το να γράφεις για να ακουστείς, για να δώσεις ένα νόημα στην ύπαρξή σου, συνδεδεμένο με τη δημοσιότητα σε φέρνει σε λάθος δρόμους. Όχι πως ο ποιητής ή γενικότερα ο καλλιτέχνης δεν κρύβει έναν νάρκισσο κι εδώ δεν βλέπω κάτι το κακό. Είναι μια βαθύτατα ανθρώπινη ανάγκη να θέλεις να ξεχωρίσεις. Αλλά ο τρόπος που θα ακολουθήσεις σηματοδοτεί πολλά από τα επερχόμενα. Γράφεις για να εκφραστείς, από μια βαθύτερη ανάγκη να φέρεις στην επιφάνεια πράγματα που σε ανησυχούνε, ένα βιωματικό μυστήριο. Αυτό όμως είναι προσωπική υπόθεση. Το πράττεις, εφόσον σε ενδιαφέρει ο γραπτός λόγος εκφράζεσαι κι αν θέλεις να προχωρήσεις το τυπώνεις. Αυτό είναι το χρέος του ποιητή. Αυτή είναι η ελευθερία της έκφρασης. Όπως όμως εκφράζεσαι έτσι έχουν κι οι υπόλοιποι το δικαίωμα να πουν τη γνώμη τους, γιʼ αυτά που τους κοινοποίησες. Κι εδώ ακριβώς πρέπει να είναι κανείς υπομονετικός και διαλλακτικός. Διότι κατά την άποψή σου μπορεί να έχεις γράψει κάτι σπουδαίο, ρώτα όμως και τους άλλους. Το τονίζω ξανά: είναι προσωπική υπόθεση, γιʼ αυτό και το τυπώνεις μόνος σου όταν καταλάβεις τι παιχνίδι παίζεται με τους εκδοτικούς οίκους. Το θέμα είναι πως πρέπει να εκφραστείς εφόσον υπάρχει αυτή η ανάγκη. Και δεν πρέπει αυτή η ανάγκη να συγχέεται με την ανάγκη για αναγνώριση. Η αναγνώριση είναι ένα άλλο θέμα, που ναι μεν κινείται παράλληλα με την έκφραση αλλά και ανεξάρτητα από αυτήν. Στην ποίηση προέχει η έκφραση, η αισθητική εξομολόγηση.
Από τον Ίβυκο, τον Αλκαίο, τη Σαπφώ μέχρι και τον Σεφέρη, οι ποιητές απευθύνονταν ειλικρινώς κι εκ βαθέων, τουλάχιστον σε ΈΝΑΝ συνάνθρωπό τους, και προσπαθούσαν όχι απλώς να πουν τον πόνο τους, αλλά και να προκαλέσουν αισθητική ηδονή, να θέλξουν, να γοητεύσουν, να ψυχαγωγήσουν ή να διασκεδάσουν τον αποδέκτη της τέχνης τους, που συνοδεύοταν συνήθως από μουσική (στην Αρχαιότητα). Σήμερα παρατηρείται μία πληθώρα αυτοεξομολογούμενων, που γκρινιάζουν αντιασθητικώς και διαμαρτύρονται εντόνως γιατί η Γη δεν σταματάει την αέναη περιστροφή της γύρω από τον Ήλιο για να προσέξει τον κλαυθμιρισμό του αυτομαστιγωνόμενου. Τι σχέση με την Τέχνη της Ποιήσεως έχουν όλα αυτά; Μήπως μπερδέψαμε το εξομολογητάρι και την αυτομαστίγωση κάποιων φανατικών χριστιανών με την λογοτεχνία; Ερωτώ κι εξίσταμαι, γιατί δεν μπορώ άλλο την κρεβατομουρμούρα των στιχοπλόκων. Παιδιά, ποιος μας έκανε συμβόλαιο γάμου ή συμβίωσης – έστω – με την Ποίηση; Και καλά, εμείς νιώθουμε δεσμευμένοι, αλλά τη ρωτήσαμε και την ίδια την Ποίηση; Συμφωνώ με τον προλαλήσαντα Κώστα Χατζάκη ότι πρέπει να περιμένουμε την ανταπόκριση των άλλων για τα πενιχρά στιχουργήματά μας κι όχι να την εκβιάζουμε ως κακομαθημένα παιδιά. Όσο για τον Νάρκισσο είναι θεϊκός κι αποδεκτός όταν είναι και Ωραίος. Όταν ο Νάρκισσος είναι αντιαισθητικός ή αναίσθητος τείνει προς το γελοίο. Και δεν ομιλώ για την εξωτερική μορφή ενός εκάστου εξ ημών, αλλά για τη μορφή των λόγων μας. Αυτά. Σας εύχομαι από καρδιάς μια ηλιόλουστη μέρα. Υπάρχουν κι άλλα πράγματα στη ζωή εκτός από την ποίηση. Ας ξεκολλήσουμε! Με την καλή έννοια πάντα, με αγάπη και συμπάθεια. Όλοι στο ίδιο καζάνι βράζουμε. Πραότητα.
Το σχόλιο 17 του κυρίου Χατζάκη με βρίσκει απολύτως σύμφωνο. Καλή προαίρεση, διάθεση για επικοινωνία, ξεκαθάρισμα των εννοιών, εστίαση στο ζητούμενο και περιορισμός της άσκοπης ρητορικής: κύριε Χατζάκη, σας ευχαριστώ για το διάλογο.
Αγαπητέ κύριε Μπούρα, το Ον πολλαχώς μεν λέγεται, ο λόγος δε ούτε λέγει, ούτε κρύπτει, αλλά σημαίνει. Και ο λόγος περί Ποίησης στο σχόλιό σας ανακαλεί τη ρομαντική δόξα του όντως Όντος, και είναι λόγος ποιητικός, όχι κριτικός. Δεν υπάρχει επικράτεια της ποίησης πέραν της ποιητικής παραγωγής – και τα έργα του κυρίου Πρωτόπαπα έρχονται να προστεθούν σε αυτήν την παραγωγή με το ίδιο δικαίωμα που αναγνωρίζουμε στα ποιήματα άλλων δημιουργών. Δεν δέχομαι τη δήλωση “Αυτό δεν είναι ποίημα” ή “Αυτό δεν έχει σχέση με την ποίηση” ή “Αυτός δεν είναι ποιητής”. Δέχομαι τη δήλωση “Αυτό δεν είναι καλό ποίημα”, όταν κατατίθεται μαζί με τα απαραίτητα δικαιολογητικά.
Κρίνε για να κριθείς, Γιώργο – ναι. Αλλά και οι κρίνοντες κρινόμενοι.
Ευχαριστώ όλους. Η κριτική είναι πάντα θεμιτή… Μα ακόμη η πόλη κοιμάται…
για περισσότερα εδώ.
http://noisepoems.blogspot.com/
Δημήτρη, η απορία σου για τους σύγχρονους του Blake είναι μια θαυμάσια ευκαιρία να αναδείξεις κάποιον από αυτούς – και μια ουσιαστική συμβολή στην κριτική.
Για τα ερωτήματα που θέτεις:
α) Όπου υπάρχουν δικαιολογητικά, δέχομαι να συζητήσω. Δικαιολογητικά υπάρχουν και για τα καλά και για τα κακά ποιήματα. Και πιστεύω ότι ποιήματα μπορεί να γράψει οποιοσδήποτε.
β) Δεν υπάρχουν δικαιολογητικά με ευρύτερη αξία της προσωπικής αντίληψης της αισθητικής. Αυτό αρκεί για να εξηγήσει τη διάσταση μεταξύ των αξιολογήσεων. Το “αυτό δεν είναι ποίημα” και το “αυτός δεν είναι ποιητής” δεν είναι δικαιολογητικό, ούτε αξιολόγηση. Ανήκει σε μια “πατριωτική” λογική, που αποκλείει όποιον δεν μας αρέσει ή δεν συμφωνεί με την ιδέα που έχουμε για την πατρίδα (εδώ, την ποίηση).
γ) Η άγονη παρατήρηση είναι του τύπου “Δεν μου αρέσει όπως γράφεις. Θα μου άρεσε αν έγραφες έτσι κι έτσι ή σαν κι αυτόν.” Και εδώ μου δίνεις την ευκαιρία να σου εξηγήσω τι εννοούσα από την αρχή ως “δεοντολογικές παρατηρήσεις”. Είναι αυτές που λένε “πρέπει να γράφεις έτσι”, “πρέπει να αποφεύγεις τέτοιες λέξεις” κλπ. Αν η κριτική πρέπει να έχει παιδαγωγικό ρόλο (και δέχομαι ότι αυτό δεν είναι από όλους αποδεκτό), τότε οφείλει και να εξηγεί το “γιατί”, αλλά και να είναι προσεκτική όταν απαντά στο “γιατί όχι”.
Συμπληρωματικά, στο γ):
Εξίσου άγονη παρατήρηση θεωρώ την εσκεμμένη σιωπή, παρόλο που κάποιοι τη χαρακτηρίζουν και αυτήν ως συνεπή κριτική στάση.
Όσο για το τι όπλα αφήνουμε στην κριτική “αποδεχόμενοι τις αποστάσεις και απενοχοποιώντας τες”: τα όπλα που διαθέτουμε, Δημήτρη – κι ας είναι και πέτρες. Αλλά όχι απειλές, κατάρες και ξόρκια.
Εάν πάψουμε να αναπνέουμε θα πεθάνουμε. Η ίδια η πρόσληψη οξυγόνου πάντως συνεισφέρει στην δημιουργία ελεύθερων ριζών που μας οδηγούν μαθηματικά στο τέλος…
Το μόνο σίγουρο σε αυτή τη ζωή είναι το τέλος της.
Αν ορίσουμε την ‘ποίηση’ απλά ως προσωπική έκφραση ή αν δεν αποδεχθούμε αντικειμενικά κριτήρια αξιολόγησής της τότε και πάλι μαθηματικά Παναγιώτη θα αναγκασθούμε να μην εκφέρουμε παρά μόνο προσωπική άποψη-κρίση.
Αν από την άλλη στηρίξουμε την όποια κρίση μας σε αντικειμενικά κριτήρια, η άποψή μας αποκτά την ‘αίγλη’ απόλυτης κρίσης, αλλά είμαστε υποχρεωμένοι να τεκμηριώσουμε την ύπαρξη αυτής της αντικειμενικότητας, πράγμα ακατόρθωτο, αφού κάθε ανθρώπινο ον είναι πεπερασμένο από τη φύση του…
Μίχο ο Μοντενιέ δεν ασχολήθηκε καθόλου με ‘κριτική’ της τέχνης. Ο λόγος απλός: η τέχνη τον απασχολούσε μόνο ως παραλλαγή διαφυγής της πραγματικότητας και όχι σαν ορισμός της. Κατά τη γνώμη μου είχε λάθος. Ο μόνος τρόπος να ‘σώσουμε’ την Τέχνη είναι να την ταυτοποιήσουμε με τη Ζωή.
Η κρίση πάντως Παναγιώτη δεν ταυτίζεται με την κριτική. Και ναι, κρίνε για να κριθείς…
Παρακολουθώ εδώ και καιρό τις συζητήσεις στο Ποιειν. Ναι μεν ενδιαφέρουσες απόψεις-κρίσεις, αλλά δυστυχώς επιβεβαιώνεται η δυστυχία του να είσαι Έλληνας. Μην τύχει και κάποιος εκφέρει άποψη, αμέσως παρεξηγείται κάποιος άλλος. Αντί να υπάρχει ένα πνεύμα συναίνεσης στο διάλογο και να τελείται μια γόνιμη ανταλλαγή απόψεων, κατακεραυνώνει ο εγωισμός (ο πραγματικός Θεός των Ελλήνων) τα πάντα. Ο καθένας φαίνεται (κατά την άποψή του πάντα) να γνωρίζει τα πράγματα καλύτερα από τον άλλον και πάει λέγοντας. Υπάρχει ένα πνεύμα του στυλ: Τι να μας πεις και συ τώρα. Ας κατεβάσουμε λίγο τους τόνους, διότι τουλάχιστον βρήκαμε έναν τόπο όπου μπορούμε να μιλάμε για ενδιαφέροντα θέματα, σε μια κοινωνία όπου η ενασχόληση με την ποίηση θεωρείται στην καλύτερη των περιπτώσεων, ως γραφική.
Αγαπητέ κύριε Χατζάκη, ο εγωισμός του ενός αυξάνεται εκεί όπου ενδίδει ο εγωισμός του άλλου. Δεν ξέρω αν θα έπρεπε να είναι αλλιώς, πάντως δεν είναι. Αν παραδεχθούμε αμοιβαία τους εγωισμούς μας, ίσως καταφέρουμε να πάμε παρακάτω. Κι ίσως να δούμε τότε ότι η αβυσσαλέα διαφορά στις μεταξύ μας απόψεις είναι τελικά μια ψευδαίσθηση – όπως και οι απόψεις μας.
Επιτρέψτε μου να σας προκαλέσω, με παιγνιώδη διάθεση: Αν υποβάλω το παραπάνω σχόλιο ως ποίημα, με ποια επιχειρήματα θα μπορούσατε το απορρίψετε;
Αξιότιμε κε. Παναγιώτη σέβομαι ασφαλώς την ορμή με την οποία ο καθένας υπερασπίζεται τις ιδέες του και τις θέσεις του, απλά νομίζω πως καλό είναι να κρατάμε και κάποιες επιφυλάξεις στα όσα πιστεύουμε. Πολλές φορές οι θέσεις μας συμπληρώνονται και διαφοροποιούνται. Ας ανατρέξουμε στο τριαδικό σχήμα της χεγκελιανής διαλεκτικής: θέση-αντίθεση που οδηγεί σε σύνθεση. Όσον αφορά το ερώτημα που θέτετε για το σχόλιό σας αν μπορεί να σταθεί ως ποίημα: Θα απαντήσω όχι και θα σας πω το γιατί. Πριν από αυτό όμως, πρέπει να σας ομολογήσω πως κάποιοι άλλοι, κι αυτό το σέβομαι, έχουν αντίθετη άποψη περί του τι είναι και τι δεν είναι ποίηση. Κατά την άποψή μου για να χαρακτηριστεί ένα γραπτό ως ποίημα οφείλει να πληροί κάποιες προϋποθέσεις. Να προκαλεί συγκίνηση (τα όσα έλεγε ο Σεφέρης περί συγκινησιακής χρήσης της γλώσσας), να ξυπνά το νοητικό και συναισθηματικό κόσμο του αναγνώστη (εδώ τα πράγματα γίνονται άκρως υποκειμενικά), σε οποιαδήποτε φόρμα κι αν παρουσιάζεται να αφορά μια αισθητική έκφραση κλπ. Σας ξαναλέω όμως, άλλοι έχουν διαφορετικές απόψεις και ασφαλώς είτε συγκινούνται από άλλα στοιχεία ενός ποιήματος, είτε δεν τους εκφράζουν τα όσα παρέθεσα παραπάνω. Σε λανθασμένη κατεύθυνση μπορεί να κινούμαι εγώ κι όχι οι άλλοι, γιʼ αυτό υπάρχει ο διάλογος. Απλά έχω την εντύπωση πως κάθε είδους αυτοέκφραση δεν συνιστά ποίημα και σε αυτήν ακριβώς την κατεύθυνση ο μεταμοντερνισμός πτώχευσε την ποίηση. Ο κος Μίχος είχε αναφερθεί σε προηγούμενο σχόλιό του σε επιστημολογία του ποιήματος. Εκ πρώτης όψεως κάτι τέτοιο δεν υφίσταται, καθόσον η ποίηση και γενικότερα η τέχνη δεν είναι επιστήμη. Άρα κακώς ψάχνουμε για προϋποθέσεις που γεννάνε ένα ποίημα. Επανεξετάζοντας όμως τη θέση του κ. Μίχου θα ακολουθήσουμε αναγκαστικά το δρόμο που χάραξαν οι πλατωνικοί διάλογοι: πριν από κάθε συζήτηση-αναζήτηση οφείλουμε να ξεκαθαρίσουμε και να ορίσουμε τις έννοιες που πραγματευόμαστε. Αυτό όμως αφορά την κριτική της ποίησης, διότι η ίδια η ποίηση δεν μπαίνει σε καλούπια. Και εξ αυτού κε Μίχο όσο και να ευαγγελίζεται ο κάθε πανεπιστημιακός πως είναι ο καθήν αρμόδιος για να κρίνει την ποίηση επειδή κατέχει ένα διδακτορικό, πάντοτε μα πάντοτε θα είναι εκτεθειμένος, διότι η ποίηση είναι τέχνη και όχι επιστήμη. Ειδάλλως ποίηση θα έγραφαν μονάχα οι πανεπιστημιακοί.
“Καταδικασμένος να γράφω
Για τους βιασμούς που επέστησα”
Δηθενιά…(βιασμοί που υπέστησα)
“Ας είναι εγώ μια φορά θα γίνω ποιητής”
Λάθος φίλε ο ποιητής ο πραγματικός πρώτα θέλει να βγάλει με την μεγαλύτερη ακρίβεια και αρμονία ότι έχει μέσα του και δεν τον ενδιαφέρει αν θα τον πουν ποιητή ή όχι…και κάποιοι θα βρεθούν να του το αναγνωρίσουν αργότερα…
Αφού χειρίζεσαι το λόγο καλά…κοίτα μέσα σου κατάματα ή αλλιώς αν δεν μπορείς ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙΣ ΠΟΙΗΤΗΣ.