ΤΟ ΧΑΡΤΟΠΑΙΓΝΙΟ
Τέσσερεις άντρες στα πίσω περάσαν
και κλείστηκαν παρέα. Απʼαυτούς
οι τρεις την τύχη δοκιμάσαν
παίζοντας χαρτιά.
Στον κήπο, στʼανοιχτά,
Μάης με ανθούς.
Σε κάμαρη ντουμανιασμένη κάθισαν
το παιχνίδι για νʼαρχίσουν.
Τα θηλυκά τους έξω άφησαν
να κλαιν, καρτερώντας τους να γυρίσουν.
Παιχνίδι το παιχνίδι για τους τρεις
κι ο καθένας τους ιδρωκοπούσε.
Ο τέταρτος κοιτούσε σαν το πουλί
τον χαραδριό. Χαραδριούσε.
Πάρε και δώσε λεφτά, εδώ κι εκεί νομίσματα,
χασούρες και κερδίσματα
μετά το μοίρασμα του χαρτοπαίζειν.
Τα έγραφαν κι ερεθίζονταν
και κάθε λίγο αλληλοβρίζονταν,
γροθιές χτυπούσαν πάνω στο τραπέζι,
σαχλαμάριζαν, καλαμπουρίζαν.
Αν αντίς δέκα καρό, έπιανες ντάμα πίκα
και ο βαλές σουʼρχότανε στο χέρι,
τότε αλλιώς όλα θα γυρίζαν,
άλλα η τύχη θάʼχε φέρει.
Κι άλλο, κι άλλο παιχνίδι, όλο μεράκι
με τέτοια μανία και πεισματικά.
Μες απʼτην κλειδαρότρυπα ήρθʼένα αεράκι
φέρνοντας καμμένου φαγητού τη μυρουδιά.
Νάʼτον και τον παππά
στην τελευταία μοιρασιά.
Το έσχατο παιχνίδι είχε αρχίσει.
Να και πάλι στη μέση το δέκα το καρό.
Μα ο τέταρτος, που δεν έπαιζε χαρτιά
και μόνο κοίταζε όλο τον καιρό,
αυτός είχε κερδίσει.
Τέλος, τέσσερεις άντρες που χασμουριόνταν
βγήκαν έξω μες στο γκρίζο πορωϊνό.
Παραπέρα κρεμιόνταν,
στον φράχτη του κήπου απλωμένες,
τέσσερεις γυναίκες, ξεραμένες.
ΓΩΝΙΑ ΠΑΛΙΟΥ ΤΟΙΧΟΥ
Τοίχε παλιέ, που συχνά σε ποτίζω
μια που στέκεις στα σκοτεινά,
λαμπυρίσματα σχεδόν ουράνια
στην ωχρότητά σου αναγνωρίζω.
Υγρασία και μούχλα χρόνων πολλών
και το λείασμα τόσων καιρών
πάνω στη φλούδα σου δίνει
πλήθος κυματιστές μορφές,
που μονάχα οι ποιητές
ή άλλος καλλιτέχνης ή ένας
κάποιος μπορεί να διακρίνει.
«Μήπως μπορούμε νʼ αμυνθούμε;»
ρωτάς με τρόπο τρυφερό.
΄Αχ, σε καμμιάν εικόνα ή βιβλίο καλό
ένα τέτοιο μάθημα δεν θα βρούμε!
΄Ο,τι κι αν κοίταξα σε σένα,
έμεινε πάντα κάτι απʼ αυτό.
Εσύ, τοίχε, ποτέ για μένα
οικείε, πόσο σʼ αγαπώ!
Γιατί εσύ κήρυγμα δεν κάνεις,
γιατί ώς το τέρμα τίποτε δεν φτάνεις,
γιατί δεν θες να υπάρχεις πραγματικά.
Γιατί οι λεκκέδες σου μπορούν
μέσα μου προαισθήματα να ξυπνούν,
ω εσύ, μιας σκιάς η σκιά.
Κι απʼ αυτό τίποτε δεν μπορούν
να ξέρουν όσοι εδώ κατουρούν.
΄Ομως «έλα» μου νεύει αυτό
κι από τότε που σʼ έχω βρει
η «ανάγκη» μου για μια στιγμή
με κάνει πάνω σε σένα ευλαβικό.
ΠΩΣ ΝΑ ΜΟΙΑΖΕΙ ΑΡΑΓΕ…
Της φορολογικής δήλωσης, ποιό σαϊνι
άραγε το κείμενο νάʼχει βρει;
Μήπως εκείνη τη στιγμή,
Καθώς γεννούσε αυτό το χάος, αυτή τη δίνη,
τελείως…….., ολότελα…….είχε γίνει;
Το κείμενο διαβάζεις. Σκυθρωπάζεις. Μουρλαίνεσαι!
Μορφάζεις «μα τί βόδια!», παιδεύεσαι
Απ΄την αρχή, πάλι και πάλι. Κρύο
σε πλακώνει το φάσμα: «Ψυχιατρείο!»
Για κείνον; ΄Η για σένα; ΄Α, το αστείο σου χλωμιάζει.
Αυτός που τέτοιο κείμενο συντάσσει
σαν τί απoκρύπτει ή φαντάζεται;
Από χαμένο χρόνο και δάκρυα τίποτε δεν στοχάζεται;
Είναι αδύνατον τα ίχνη του να βρούμε.
Αλλά ας μείνει έτσι αυτό το υποκείμενο.
Πάντως σαν επιτάφιο πάνω στο μνήμα του μπορούμε
να γράψουμε της φορολογικής δήλωσης το κείμενο!
ΦΙΛΟΔΟΞΙΑ
Σαν παιδί, στα στρατιωτάκια μου τα μολυβένια
χάραζα σταυρούς ανδραγαθίας με βιάση.
΄Ομως κάθε τιμή έχει εμένα προσπεράσει,
πλην από δυο παράσημα, που κρέμονται στον καθένα.
Πάντως δεν γράφω την τιμή διόλου στον απαυτό μου.
Αντίθετα. Θα ήταν μοναδικό ιδανικό μου,
αν, αφού θάʼχω πεθάνει (σωτηρίας σπειρί),
έδιναν τʼ όνομά μου σε μιαν οδό στενή,
σʼένα στραβό δρομάκι με χαμηλές πορτούλες,
μʼαπότομα σκαλιά κι αγοραστές πορνούλες,
με σκιές και με παράθυρα στραβά.
Εκεί θα τριγυρνούσα σαν φάντασμα.
JOACHIM RINGELNATZ
( Γιόαχιμ Ρίνγκελνατς, 1883 –1934 ). Καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του
Hans Bötticher –Χανς Μπέττιχερ- . Ναυτικός, ζωγράφος και ποιητής.
Στα νιάτα του εργάστηκε αρχικά σαν μούτσος και απλός ναύτης και μετά υπηρέτησε κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στο γερμανικό Ναυτικό και μάλιστα προς το τέλος του πολέμου σαν πλοίαρχος σε ναρκαλιευτικό σκάφος.
Από το πολεμικό του ημερολόγιο εμπνεύστηκε αργότερα το αυτοβιογραφικό του βιβλίο «Ναυτικός στον Πόλεμο».
Το 1920 ξεφυτρώνει ξαφνικά στους μποέμ κύκλους του Μονάχου και εμφανίζεται σαν κονφερανσιέ στο «Σιμπλ» της Κάθι Κόμπους. Εκεί τον ανακαλύπτει ένα χρόνο αργότερα ο Χανς φον Βόλτσογκεν και τον αγκαζάρει για την εμπορική του σκηνή «Σαλλ ουντ Ράουχ» (ήχος και καπνός) στο Βερολίνο.Αποφασιστική επιτυχία γνωρίζει με τα καλούμενα «γυμναστικά ποιήματά» του και με τα τραγούδια του ναύτη «Κούτελ Ντάντελντου». Μετά απʼ αυτό, αρχίζει μια κουραστικότατη ζωή σαν περιοδεύων καλλιτέχνης και ταξιδεύει ακατάπαυστα.
Σε όλες τις μεγάλες γερμανικές πόλεις, αλλά και στην Πράγα, στη Βιέννη, καθώς και στην Ελβετία παρουσιάζει τα ποιήματά του, και τα αστεία και τα σοβαρά, και τα χοντροκομμένα και εκείνα της περισυλλογής. Αγαπητός από νέους και γέρους γίνεται ένας ζωντανός μύθος. Οι στίχοι του βρίσκονται στα χείλη καθενός.
΄Οταν πεθαίνει το 1934 σε ηλικία πενηνταενός ετών, σιωπή καλύπτει το έργο του. Το οποίο όμως κατορθώνει τελικά να επιβιώσει της απαγόρευσης και της καταπίεσης από το ναζιστικό καθεστώς. ΄Ετσι, μετά το 1945, ο Ρίνγκελνατς φθάνει στο απόγειο της δίκαια κερδισμένης δημοτικότητάς του.
Ο Ρίνγκελνατς ανέπτυξε περαιτέρω το «σόκιν» χιούμορ του Μόργκενστερν σε αυτοσχεδιασμούς παρωδίας και σε έξυπνα-τολμηρά στιχουργήματα με τρόπο πολύ πρωτότυπο. Χαρακτηριστικό, το ότι πίσω από τη μάσκα του κλόουν κρύβεται ένας πάσχων και αγαθός άνθρωπος, ο οποίος θρηνεί για τον χαμένο του παιδικό κόσμο και «ακούει τον κορυδαλλό να κελαηδεί μέσα στην καμινάδα».
Δημ.Θ.Γκότσης










